Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

ΣΧΕΔΙΟ ΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΔΗΜ.ΑΡ.

Με τη Δημοκρατική Αριστερά στο προσκήνιο

ΑΝΑΝΕΩΣΗ  στην πολιτική
ΤΟΛΜΗ           στη δράση
ΕΥΘΥΝΗ         για την κοινωνία και τη χώρα




ΠΡΟΟΙΜΙΟ :....................................................................................................................... 3
1    Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡ – ΤΟ ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ : ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ, ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΜΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ    3
1.1    Το πολιτικό στίγμα.................................................................................................. 3
1.2    Τα ιδεολογικά προτάγματα..................................................................................... 3
2    Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ..................... 3
2.1    Η κρίση, η παγκοσμιοποίηση, η πολιτική δημοκρατική διακυβέρνησή της........... 3
2.3    Η κρίση στην ΕΕ: Οικονομική διακυβέρνηση με στόχο την Ομοσπονδιακή Συγκρότηση    3
3    Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΩΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΧΩΡΑΣ.................. 3
4    Η  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΕ         3
4.1    Ευρωπαϊκός συντονισμός για την αντιμετώπιση της κρίσης.................................. 3
4.2    Η Ελληνική κρίση και οι  πολιτικές διεξόδου......................................................... 3
    4.3.   Η κρίση του πολιτικού συστήματος
5    ΟΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ........................................................... 3
5.1    Οι Στοχεύσεις......................................................................................................... 3
5.2    Οι Πολιτικές-Μέτρα............................................................................................... 3
5.2.1    Οικολογία-Βιώσιμη ανάπτυξη......................................................................... 3
5.2.2    Δημόσια Διοίκηση........................................................................................... 3
5.2.3    Αυτοδιοίκηση................................................................................................... 3
5.2.4    Φορολογική μεταρρύθμιση.............................................................................. 3
5.2.5    Εξοικονόμιση πόρων για την ανάπτυξη........................................................... 3
5.2.6    Ορθολογική χρήση και εξοικονόμιση ενέργειας
5.2.7    Αναποσανατολισμός παραγωγής και υπηρεσιών............................................ 3
5.2.8    Αγροτική ανάπτυξη.......................................................................................... 3
5.2.9    Απασχόληση.................................................................................................... 3
5.2.10  Κοινωνικό Κράτος........................................................................................... 3
5.2.11    Το Σύστημα Υγείας........................................................................................ 3
5.2.12    Παιδεία........................................................................................................... 3
5.2.13    Πολιτισμός..................................................................................................... 3
5.2.14    Νέες Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας....................................... 3
6    Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ.................. 3
7    ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΓΚΛΙΣΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ            3
8    Η ΔΗΜΑΡ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ..................................................................................... 3

ΠΡΟΟΙΜΙΟ :


Από τη νέα ελπίδα του Ιουνίου 2010
 στο 1ο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ την Άνοιξη του 2011

1. Στις 27 Ιουνίου 2010, το συλλογικό σώμα της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι από εκατοντάδες συνελεύσεις απ’ άκρου εις άκρον της χώρας, εξέφρασε την επιθυμία να προχωρήσουν οι διαδικασίες ανασυγκρότησης της Ανανεωτικής και Δημοκρατικής Αριστεράς μέσα από την ίδρυση ενός αυτόνομου και διακριτού πολιτικού φορέα. Ίδρυσε το κόμμα της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ(ΔΗΜΑΡ), ανέδειξε Πανελλαδική Πολιτική Επιτροπή η οποία με πρόεδρο τον Φώτη Κουβέλη  ανέλαβε την ευθύνη να οδηγήσει στο 1o  Συνέδριο το νεοσύστατο κόμμα.

2.  Η ίδρυση της ΔΗΜΑΡ ήταν μια αναγκαία πολιτική πράξη για να υπάρξει άμεση απάντηση  στο ολοένα διογκούμενο αίτημα της ελληνικής κοινωνίας για ριζική ανασυγκρότηση του πολιτικού πεδίου και των κομματικών φορέων της χώρας μας μέσα σε πρωτόγνωρες, τουλάχιστον μεταπολιτευτικά, συνθήκες οικονομικής, κοινωνικής, οικολογικής, πολιτισμικής κρίσης, καθώς και για να  διατυπώσουμε  μια ολοκληρωμένη εναλλακτική και αριστερή πολιτική πρόταση. Αποτέλεσε, ταυτόχρονα, προσπάθεια υπεράσπισης του παρελθόντος και του μέλλοντος της ανανεωτικής, δημοκρατικής και οικολογικής Αριστεράς. Θα αποτελεί στο διηνεκές μια ιστορική επιταγή,  για τη συμβολή  στην ανασυγκρότηση της χώρας με τις αρχές της ισότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της οικολογικής και δίκαιης ανάπτυξης, της υπεράσπισης της εργασίας.

Ο πυρήνας των ανανεωτικών ιδεών, που κωδικοποιείται  στις θεμελιώδεις αρχές: «δημοκρατικός σοσιαλισμός, αριστερός ευρωπαϊσμός, μεταρρυθμιστική στρατηγική,  οικολογικός πολιτισμός» είναι στοιχείο της ταυτότητας της ΔΗΜΑΡ. Γιατί ο χώρος της ανανεωτικής και διαρκώς ανανεούμενης αριστεράς είναι και πρέπει να είναι ένα ζωντανό κύτταρο υπεύθυνης στάσης, επίκαιρου λόγου, προγραμματικών θέσεων για την προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας.

3. Στους επτά μήνες που πέρασαν από την ίδρυση της, η ΔΗΜΑΡ κατέγραψε μια ιδιαιτέρως αξιοσημείωτη παρουσία στην πολιτική ζωή της χώρας και μάλιστα στο σύνολο της επικράτειας. Χωρίς οικονομικά μέσα, παρά μόνο με τους καρπούς  της πρωτόγνωρης συμβολής των μελών και των φίλων της μέσα από την επιτυχημένη οικονομική εξόρμηση και μάλιστα σε συνθήκες λιτότητας, έγινε κατορθωτό να συγκροτηθούν οργανώσεις σε πανελλαδική κλίμακα, να συγκροτηθούν περιφερειακά όργανα, να ανοίξουν κομματικά γραφεία σε πλήθος περιοχών και πόλεων,  να υπάρξουν οι στοιχειώδεις υποδομές που απαιτούνται για τη λειτουργία πολιτικού κόμματος με φιλοδοξία ουσιαστικής συμβολής στις πολιτικές εξελίξεις. Ανέλαβε δημόσιες πρωτοβουλίες και πραγματοποίησε παρεμβάσεις για τα επίκαιρα ζητήματα με κορυφαίες τις επιλογές της ιδιαίτερα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα,  όπου συνέβαλε αποφασιστικά στην ανατροπή του αυτοδιοικητικού κατεστημένου δεκαετιών. Κατέγραψε στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοεμβρίου,  με σημαντικό και δυναμικό τρόπο, την παρουσία της στην αυτοδιοίκηση του πρώτου και του δευτέρου βαθμού, στους δήμους και στις περιφερειακές αυτοδιοικήσεις.  Η ψήφος των πολιτών έδωσε μια σημαντική ενθάρρυνση στο εγχείρημά της ΔΗΜΑΡ και δείχνει μια  δυναμική για την μελλοντική πορεία της. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αλλά και οι ποιοτικές αναλύσεις των δημοσκοπικών ευρημάτων πιστοποιούν ότι οποτεδήποτε και αν γίνουν εθνικές εκλογές η ΔΗΜΑΡ θα είναι  στη Βουλή με τις δυνάμεις της, με την εμπιστοσύνη των πολιτών.


1         Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡ – ΤΟ ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ : ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ, ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΜΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.1       Το πολιτικό στίγμα


Με την ίδρυση της  η ΔΗΜΑΡ στοχεύει να εκφράσει τη σύγχρονη δημοκρατική, ευρωπαϊστική, μεταρρυθμιστική, οικολογική Αριστερά. Φιλοδοξεί οι προσδιορισμοί αυτοί με τον προγραμματικό λόγο της, τις παρεμβάσεις και κυρίως τις πρωτοβουλίες και τη δράση της  να αναγνωρίζονται αμέσως και ευθέως από τους πολίτες της χώρας μας. Πρώτα και κύρια από τις δυνάμεις της εργασίας,  της γνώσης και της τεχνολογίας, τις δυνάμεις του πνεύματος και του πολιτισμού, τις οποίες θέλει να εκφράσει.

Η ΔΗΜΑΡ επιδιώκει να εντάσσει τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες στη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, ειδικά μέσα στις συνθήκες της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης. Καθημερινή της επιδίωξη είναι η διεύρυνση της δημοκρατίας, η αντιπαλότητα στο νεοφιλελευθερισμό, η επαναφορά του κόσμου της εργασίας στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των ανέργων, των νέων, των γυναικών, των μεταναστών, η προστασία του περιβάλλοντος, η οικολογική ανάπτυξη, η δημοκρατική ολοκλήρωση και η προοδευτική ευρωπαϊκή πορεία.

Η ΔΗΜΑΡ φιλοδοξεί να αναδειχθεί ως το κόμμα των ανοιχτών προοδευτικών οριζόντων και των ιδεολογικών ρήξεων με τις αγκυλώσεις και τις προκαταλήψεις που ταλάνισαν το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα κατά το παρελθόν, και εξακολουθούν και σήμερα να το περιχαρακώνουν σε αδύναμες μειοψηφίες σκέτης  διαμαρτυρίας.

Για τη ΔΗΜΑΡ Σοσιαλισμός και Δημοκρατία αποτελούν πεδία αλληλένδετα. Η δημοκρατία νοείται ως αποκλειστικό πεδίο και στόχος. Γι` αυτό η ΔΗΜΑΡ αντιτίθεται σε κάθε αντίληψη και απόπειρα που επιδιώκει τη βίαιη επιβολή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Ο 20ός αιώνας απέδειξε ότι η διά της βίας ανατροπή του καπιταλισμού, όπου επιχειρήθηκε, κατέληξε στον σοβιετικού και σταλινικού τύπου ολοκληρωτισμό, της μεγαλύτερης στρέβλωσης και συκοφαντίας του μαρξικού απελευθερωτικού οράματος.  Πρώτιστος στόχος της, η καταπολέμηση της αμφισβήτησης και της υπονόμευσης των δημοκρατικών θεσμών που σήμερα πλήττονται και απαξιώνονται διαρκώς. Επιδίωξή της, επομένως, είναι η συμμετοχή των πολιτών και των νέων συλλογικοτήτων και κινημάτων, που οι ίδιοι δημιουργούν, να είναι υπαρκτή και  να έχει αποτελεσματικότητα σε όλους τους θεσμούς που σχετίζονται με την κεντρική πολιτειακή συγκρότηση αλλά και τις τοπικές κοινωνίες.

Η ΔΗΜΑΡ θεωρεί τις κοινωνικές συγκρούσεις, είτε εκείνες μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, είτε εκείνες μεταξύ των κολοσσιαίων συγκεντρώσεων των παραγωγικών δυνάμεων με τις μικρές και μεσαίες παραγωγικές δυνάμεις, είτε εκείνες που γίνονται ανάμεσα σε δυνάμεις του συντηρητισμού, του αυταρχισμού του κράτους ή ομάδων συμφερόντων με τα κινήματα της κοινωνίας των πολιτών για θέματα που αφορούν τα δημόσια αγαθά και το δημόσιο συμφέρον, ως την πεμπτουσία του δημοκρατικού χαρακτήρα των δημοκρατικών κοινωνιών. Μόνο μέσα από την πλήρη εκδίπλωση  αυτών των κοινωνικών συγκρούσεων, στο πλαίσιο των συνταγματικών δικαιωμάτων, είναι δυνατόν να εξισορροπηθούν τα οικονομικά κατεστημένα, να τροφοδοτηθεί η δημόσια πολιτική συζήτηση, να ελεγχθεί η πολιτική εξουσία.

 Η ΔΗΜΑΡ υποστηρίζει, από θέση αρχής, την Μη Βία ως αντίληψη και πολιτική πρακτική, ως τη δημοκρατική συνείδηση στην εποχής μας. Η άσκηση βίας αποτελεί στις μέρες μας μια υπαρκτή δυναμική της καθημερινής ζωής από τις διεθνείς σχέσεις έως την μητροπολιτική βία και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αυτή την δυναμική, που τελικά ευνοεί τους εκάστοτε ισχυρούς, την απορρίπτει αποφασιστικά. Η θέση αυτή υπέρ της μη βίας δεν απεμπολεί ωστόσο το θεμελιώδες δικαίωμα στην άσκηση βίας, ως έσχατο μέσο απόκρουσης πολεμικής επίθεσης με σκοπό την περιφρούρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των συλλογικών αγαθών.

Η ΔΗΜΑΡ με την Ιδρυτική της Διακήρυξη προσδιόρισε ότι  ο νέος αριστερός μεταρρυθμισμός έχει νόημα και γόνιμες προοπτικές μόνον όταν επιχειρείται σε κάθε βήμα με τη συμμετοχή, την πάλη και τον έλεγχο των εργαζομένων και των ενεργών πολιτών, όταν οι συγκεκριμένες λύσεις και πολιτικές που προωθεί εμπνέονται και χαρακτηρίζονται από τις αρχές του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της οικολογίας. Όταν δηλαδή υπηρετούν την ελευθερία, την ισότητα, την αλληλεγγύη και την οικονομική δικαιοσύνη, όταν έχουν   δημοκρατικό διαρθρωτικό χαρακτήρα όταν είναι συμβατές με την προστασία και την αναβάθμιση του περιβάλλοντος, όταν εγγράφονται στη λογική της αειφορίας και της πράσινης - οικολογικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Για τη ΔΗΜΑΡ φορείς εξουσίας για δημοκρατικές, προοδευτικές αλλαγές μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν οι νέες συσπειρώσεις πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που συνέχονται από την εντιμότητα, την προσήλωση στην διαφάνεια, την πίστη στα δημοκρατικά ιδεώδη, την εφαρμογή των δημοκρατικών αρχών και κανόνων και τον πλουραλισμό. Αυτές οι αλλαγές καλλιεργούνται με ιδεολογική μάχη υπέρ της προοδευτικής ηγεμονίας, καθώς και υπέρ μιας προοδευτικής διακυβέρνησης που θα συγκεντρώνει τη συναίνεση ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού συνασπισμού και θα υπερβαίνει το υφιστάμενο κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία και τους εργαζομένους σε απελπισία και αδιέξοδο.
.
Η ΔΗΜΑΡ στοχεύει να αναδειχθεί ως κόμμα ευθύνης για την κοινωνία με προτάσεις και εναλλακτικό λόγο, να αμφισβητήσει το παραδοσιακό κομματικό σύστημα και το πρότυπο άσκησης και διαχείρισης της πολιτικής. Έχει  στόχο την συμμετοχή στην άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας για την αλλαγή της κοινωνίας και για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών.

1.2       Τα ιδεολογικά προτάγματα


1. Η ΔΗΜΑΡ διεκδικεί ένα κεντρικό πρόταγμα συσπείρωσης των προοδευτικών πολιτών, οι οποίοι παρακολουθούν με αγωνία την αποδιάρθρωση όχι μόνο του πολιτικού συστήματος αλλά και της ίδιας της εγγύησης της κοινωνικής συνοχής: του δημοσίου συμφέροντος. Η κριτική της στην «ιδεολογία του ατομικισμού», τόσο στη μορφή της οικονομικής μεγέθυνσης, όσο και στη μορφή της κουλτούρας του ευδαιμονισμού, συνοδεύεται με την έμφαση στην έννοια του δημόσιου συμφέροντος, την υπεράσπιση του μη εμπορεύσιμου «δημόσιου αγαθού», την υπεράσπιση και τη διεύρυνση του «δημόσιου χώρου». Η υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος είναι κεντρικό ιδεολογικό πρό­ταγμα, που της  επιτρέπει να επικεντρώσει τις δράσεις της γύρω από τις «πολιτικές της κρίσης».

2. Παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, τις προτάσεις αντιμετώπισής της, η ΔΗΜΑΡ επικεντρώνεται στην ανθρώπινη διάσταση της κρίσης και το προστατευτικό δίχτυ της κοινωνικής δικαιοσύνης. Εστιάζοντας στην αναδιανομή, στην αλληλεγγύη και στον επανακαθορισμό του προτύπου ανάπτυξης, στοχεύει στη δημιουργία των προϋποθέσεων, σήμερα για μια ουσιαστική παρέμβαση στο κράτος, στην αυτοδιοίκηση με αποκέντρωση, αλλά και στη μεικτή και την κοινωνικά αλληλέγγυα και εδραιωμένη αειφόρο οικονομία, με στόχο την προώθηση δομικών μεταρρυθμίσεων.
 Η ΔΗΜΑΡ διεκδικεί τη μετάβαση σε μια νέα ποιότητα στην λειτουργία της οικονομίας και ειδικότερα στην λειτουργία της αγοράς, επιδιώκοντας την πραγματοποίηση του επόμενου βήματος, από την «ελεύθερη αγορά» στην «δημοκρατική αγορά». Το ζητούμενο, μετά την ανάδειξη των αγορών και των κεφαλαίων σε πανίσχυρους παράγοντες ρύθμισης του κοινωνικού γίγνεσθαι, είναι ο «εκδημοκρατισμός της οικονομίας». Αυτό σημαίνει ότι  στοχεύει στη θέσπιση νέων δικαιωμάτων  για τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς και τη κατοχύρωση της ισονομίας της  πρόσβασης στα καταναλωτικά ακροατήρια, με περιορισμούς ή/και κατάργηση της διαφήμισης με  εισαγωγή φραγμών για προϊόντα με σπατάλη ενέργειας, με απόδοση προτιμησιακού καθεστώτος στα τοπικά προϊόντα, κοκ.

3. Η ΔΗΜΑΡ είναι η  ευρωπαϊστική αριστερά που ακράδαντα πιστεύει ότι η εξυπηρέτηση των λαϊκών συμφερόντων ακόμη και στην εθνική τους διάσταση, ταυτίζεται με τις παγκόσμιες τάσεις ενοποίησης του κόσμου της εργασίας εναντίον της ανεξέλεγκτης δράσης των παγκόσμιων εταιρειών και του διεθνούς χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και όχι με τον κατακερματισμό, με τη σταθερή και ενεργό θέση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Η οικοδόμηση συμμαχιών σε επί­πεδο κρατών, αλλά και πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων για κοινές δράσεις και ενωσιακές πολιτικές είναι ο μόνος δρόμος προοδευτικής διεξόδου από την κρίση και προοπτικής.
Μέσα στη σημερινή οικονομική κρίση δυνάμεις του νομαδικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου απειλούν την ευρωζώνη αλλά και την ενότητα της ΕΕ γενικότερα. Οι πιο συντηρητικές δυνάμεις μέσα στην ΕΕ, υπονομεύουν την πολιτική ευρωπαϊκή ενοποίηση για χάρη κοντόθωρων και στενών οικονομικών συμφερόντων. Αποτρέπουν την πορεία του βαθέματος της ολοκλήρωσης, της πολιτικής ενοποίησης και της οικοδόμησης του κοινωνικού κράτους.
Το  σταθερό όραμα της ΔΗΜΑΡ για μια πολιτικά ενοποιημένη ΕΕ, δημοκρατική, κοινωνικά δίκαιη και οικολογική,  προϋποθέτει σχέδιο,  προτάσεις, συμμαχίες πολιτικές και κοινωνικές, και προπάντων αγώνες για την ενιαία ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση σε προοδευτική κατεύθυνση, τις μακρόπνοες διαρθρωτικές  κοινές πολιτικές, τις πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος και  την ενίσχυση της απασχόλησης, τη διεκδίκηση ενός νέου προοδευτικού ευρωπαϊκού συντάγματος ομοσπονδιακού χαρακτήρα.
Εξίσου βασικό αφετηριακό άξονα στην πορεία για την ευρωπαϊκή ενοποίηση για τη ΔΗΜΑΡ αποτελεί η ευρωπαϊκή ιστορία των κοινών αγώνων ενάντια στο φασισμό, των αγώνων για την δημοκρατία, για το κράτος δικαίου, για τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζόμενων και για την αναγνώριση και θωράκιση των ατομικών ανθρώπινων δικαιωμάτων αλλά και οι μεγάλες πνευματικές και πολιτιστικές κατακτήσεις από τον Αριστοτέλη, την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, τον Μαρξισμό, μέχρι την σύγχρονη ψυχανάλυση, τον μοντερνισμό και την ευρωπαϊκή κουλτούρα της εποχής μας.

4. Σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της αποδυνάμωσης του κράτους/έθνους, η ενοποίηση της Ευρώπης είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Η εξισορρόπηση της κυριαρχίας των ΗΠΑ, των αναδυόμενων οικονομιών της Άπω Ανατολής και της ανακάμπτουσας Ρωσίας σε όλα τα επίπεδα μπορεί να επιδιωχθεί από πολιτικά υποκείμενα που έχουν ή μπορεί να αποκτήσουν δυνατότητες ανάλογης κλίμακας. Τέτοιο πολιτικό υποκείμενο μπορεί να είναι και πρέπει να γίνει η πολιτικά ενοποιημένη ΕΕ. Στο πεδίο μιας πολιτικά ενοποιημένης ΕΕ αποκτούν νέο νόημα, νέα πειστικότητα και αποτελεσματικότητα, τόσο τα κινήματα της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης όσο και η πολιτική παρέμβαση στους θεσμούς, η ανάπτυξη διεκδικήσεων, αγώνων, συναινέσεων και ευρύτερων συσπειρώσεων, για την προοδευτική παγκόσμια διακυβέρνηση. Εδώ βασίζεται ο αριστερός ευρωπαϊσμός της ΔΗΜΑΡ: διεκδικεί ένα νέο Ευρωπαϊκό σχέδιο, στο οποίο η δημοκρατική Ευρώπη θα έχει οικουμενικό ρόλο.
Η ΔΗΜΑΡ  αγωνίζεται, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία,  για την ειρήνη στον κόσμο, κατά των πυρηνικών εξοπλισμών, κατά των στρατευμάτων κατοχής και κατά της βίας. Θεωρεί ότι  ο εθνικισμός και ο ρατσισμός παραλύουν τη δημιουργική κοινωνική δύναμη και ακυρώνουν τα αισθήματα αλληλεγγύης. Η στάση αλληλεγγύης  απέναντι στους μετανάστες που ζουν στην Ελλάδα και εντός των συνόρων της  ΕΕ είναι αναπόσπαστο κομμάτι του μεγάλου αγώνα για έναν ειρηνικό και ασφαλή κόσμο για όλους τους λαούς, για κάθε άνθρωπο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι δυνατή η εσαεί αθρόα είσοδος και εγκατάσταση στην χώρα μας μεταναστών χωρίς κανένα προγραμματισμό και σχέδιο μεταναστευτικής και εργασιακής πολιτικής.

5. Η ΔΗΜΑΡ αντιλαμβάνεται  τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα του πολίτη  ως  παγκόσμιες και καθολικές αξίες που έχουν απόλυτο χαρακτήρα. Δεν σχετικοποιούνται στη βάση γεωγραφικών περιοχών και πολιτιστικών ή θρησκευτικών παραδόσεων, ούτε η υπεράσπισή τους εξαρτάται από οικονομικά και κρατικά συμφέροντα ή από εθνικές, θρησκευτικές, ταξικές, «αντιιμπεριαλιστικές» ή άλλες σκοπιμότητες και ιδεολογίες. Είναι αδιαίρετα. Δεν μπορεί να υπάρξει ικανοποίηση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αν δεν ικανοποιούνται τα θεμελιώδη οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, αλλά και το αντίστροφο. Στη βάση της αρχής της αμεροληψίας, τα δικαιώματα είναι ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά, την καταγωγή και τις πεποιθήσεις τόσο του θύματος όσο και του θύτη. Η ΔΗΜΑΡ είναι  αντίθετη σε κάθε διάκριση σε σχέση με το φύλο, φυλή, εθνική καταγωγή, θρησκεία, ιδεολογία, σεξουαλική κατεύθυνση, σωματική ιδιαιτερότητα, σωματική δεξιότητα, ηλικία, ή ασθένεια.
Η ΔΗΜΑΡ διεκδικεί  ένα κοινωνικό κράτος: Ικανό να κάνει την «διαφορετικότητα του φύλου» οδηγία για μια καινούργια σχέση  μεταξύ προσφοράς και ζήτησης υπηρεσιών, κοινών αγαθών και δικαιωμάτων. Επαρκές ώστε να εξασφαλίζει στα άτομα «διαφορετικής ικανότητας» πλήρη δικαιώματα υπηκοότητας, έξω από κάθε αντίληψη ελεημοσύνης, συμβάλλοντας ώστε η «διαφορετική ικανότητα» να γίνει μοχλός για μια ριζική αλλαγή των χρόνων της ατομικής και κοινωνικής ζωής. Ευαίσθητο ώστε να διασφαλίζει στις παλιές και καινούργιες μειονότητες δικαιώματα, υπηρεσίες και αγαθά που να είναι ανάλογα με την τεράστια συνεισφορά που δίνουν στον εθνικό πλούτο.

6. Η ΔΗΜΑΡ  έχει ενσωματώσει στον πυρήνα της συγκρότησής της την πεποίθηση ότι Αριστερά και Οικολογία δεν είναι πλέον δυνατό να λειτουργήσουν χωριστά ως δυνάμεις σφαιρικού μετασχηματισμού. Μαζί όμως μπορούν να συνθέσουν ένα καινούριο όραμα μια προγραμματική καινοτομία για τον κόσμο και τις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτό σημαίνει βαθιές αλλαγές στον τρόπο σκέψης και δράσης, στα οράματα, στις αξίες, στις προτάσεις.
 Η ΔΗΜΑΡ  έχει επίγνωση των ορίων τα οποία η στενή ταξική οπτική θέτει στην ανάλυση των μεγάλων σύγχρονων οικουμενικών προβλημάτων. Η Αριστερά που αναζητά να φωτίσει τα προβλήματα αυτά πέρα από την ομπρέλα του καθολικού «οικονομισμού» της κλασικής αριστερής σκέψης. Η Αριστερά που πιστεύει ότι το αδιέξοδο κυνήγι της αυξημένης οικονομικής διεκδίκησης φτωχαίνει την ποιότητα της ζωής, προάγει τον παραγωγισμό και όχι την παραγωγή, απομυζά τους φυσικούς πόρους υπονομεύοντας ή και ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα αειφορίας, εχθρεύεται την φύση ή την καθιστά αντικείμενο προς άντληση οφελών για ανούσιες και άχρηστες υλικές απολαύσεις, καθηλώνει την ανάπτυξη σε μη δημιουργικά πεδία, απονευρώνει την πολιτική διεκδίκηση από αιτήματα που εμπλουτίζουν τα ποιοτικά στοιχεία της ζωής, αυτά με δημιουργικό, πνευματικό, πολιτισμικό περιεχόμενο.
Είναι η Αριστερά που σέβεται τα απαρέγκλιτα δικαιώματα του πλανήτη και της έμβιας φύσης αναγνωρίζοντας την φύση ως αυταξία και ως υποκείμενο του δικαίου. Αρνείται τη λογική του «περιούσιου είδους» που εκμεταλλεύεται ανεξέλεγκτα τη Γη και τα υπόλοιπα πλάσματα με τα οποία την μοιράζονται οι άνθρωποι – λογική που οδηγεί αναπόφευκτα στην καταλήστευση των φυσικών πόρων, σε επώδυνη κλιματική αλλαγή κι εντέλει στην καταστροφή των οικοσυστημάτων και την απώλεια της απαραίτητης ισορροπίας για την επιβίωση της ζωής στην κάθε της μορφή – μαζί και του ανθρώπινου είδους.
 Είναι η Αριστερά που έχει κατανοήσει την ανάγκη στρατηγικής σύμπλευσης με τον χώρο της πολιτικής οικολογίας.
Είναι η  Αριστερά που είναι βαθύτατα πεπεισμένη ότι η ανάγκη για πράσινη στροφή της οικονομίας δεν έρχεται σε μια λανθασμένη χρονική στιγμή. Αντίθετα, είναι μια ώριμη δυνατότητα για τον κόσμο της οικονομίας, που επιπλέον έχει πολύ μεγάλη κοινωνική αποδοχή.
Επιδιώκει να γίνει η Αριστερά της αειφόρου ανάπτυξης στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της κλιματικής αλλαγής.
Είναι η Αριστερά των ισχυρών μεταρρυθμιστικών αλλαγών, των μεγάλων πολιτικών πρωτοβουλιών για το κλίμα, το οποίο θεωρεί ως πρόβλημα που συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις ενός στρεβλού αναπτυξιακού προτύπου που κυριάρχησε και σφράγισε τη φάση της «βιομηχανικής και μεταβιομηχανικής κοινωνίας». Η Αριστερά η οποία θα αναδείξει το νέο ενεργειακό πρότυπο που θα στηρίζεται στην εξοικονόμηση, τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τις καθαρές τεχνολογίες, τις καινοτομίες μέσα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο οργάνωσης του χώρου, του χρόνου, των φυσικών πόρων και οικοσυστημάτων. Η Αριστερά που ανακηρύττει την «αυθαιρεσία» κάθε είδους ως τον μεγαλύτερο εχθρό του περιβάλλοντος: φυσικού, γεωργικού και οικιστικού.

7. Η ΔΗΜΑΡ έχει κατανοήσει βαθύτατα ότι οι δυνάμεις της επιστήμης, της τεχνολογίας και του πνευματικού πολιτισμού στον 21ο αιώνα μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού, τόσο στο επίπεδο των ιδεών όσο και στο επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής. Η θεωρία και η κριτική της γνώσης σήμερα έχει ήδη ανοίξει το δρόμο για μια γόνιμη και παραγωγική συζήτηση πάνω σε ζητήματα εκπαίδευσης, ετερότητας, δημιουργικής φαντασίας και εφαρμοσμένων τεχνολογιών. Τα μέλη της ΔΗΜΑΡ παρακολουθούν στενά τις συζητήσεις αυτές και έχουν το μέλημα να τις εντάσσουν οργανικά στον πολιτικό τους λόγο. Είναι ιδιαίτερο το ενδιαφέρον τους να ενσωματώσουν τους σύγχρονους προβληματισμούς όχι με τρόπο εργαλειακό αλλά με το βαθμό αυτονομίας που αξίζει στο χειραφετητικό τους εγχείρημα.
Η ΔΗΜΑΡ θεωρεί ότι ο πολιτισμός είναι πολύ σοβαρό ζήτημα που δεν αφορά μόνο τους κρατικούς φορείς ή μόνο τους παραγωγούς τέχνης, καλλιτέχνες και δημιουργούς. Είναι μια υπόθεση που διαπερνά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα και αφορά συμπεριφορές, δημιουργία και κατάργηση προτύπων, τρόπους ζωής και αντίληψης του κόσμου. Στον τομέα του πολιτισμού, ακριβώς, θεωρεί πως αντανακλάται με δραματικό τρόπο η σημερινή κρίση της ελληνικής κοινωνίας. Γιατί δεν είναι μόνο η διαπιστωμένη έλλειψη υποδομών και η αδιαφάνεια των θεσμών, η κακή διαχείριση των κονδυλίων, η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος, η πελατειακή αντίληψη που διέπει την κατανομή των δαπανών για τον πολιτισμό. Ούτε ασφαλώς μόνο η φτωχή χρηματοδότηση που έχει ως αποτέλεσμα να κινδυνεύει η αρχαία, η νεότερη και η σύγχρονη κληρονομιά του τόπου. Είναι κυρίως η ακραία υποβάθμιση της παιδείας σε όλες της τις βαθμίδες. Είναι η προβολή συντηρητικών, ατομικιστικών και ανταγωνιστικών προτύπων από την τηλεόραση και τη βιομηχανία των  ΜΜΕ. Είναι η απαξίωση της κριτικής σκέψης και η άκρατη καλλιέργεια επιδειξιμανών νοοτροπιών.
Ευθύνη για την εξέλιξη αυτή φέρει και η ίδια η νυν Αριστερά που με πράξεις και παραλείψεις της, με δογματικές προσεγγίσεις και αποκλειστικά κρατικιστικές ή συντεχνιακές επιλογές κατέληξε να χάσει την ηγεμονία σ’ αυτόν τον κατ’ εξοχή χώρο παρέμβασης της, ενώ ταυτόχρονα οδήγησε στην απογοήτευση και την ιδιώτευση μία πολύ μεγάλη μερίδα των πνευματικών ανθρώπων αλλά και γενικότερα των πολιτών της χώρας. Το κλίμα ωστόσο είναι αναστρέψιμο. Σ’ αυτήν ιδίως την εποχή της ραγδαίας ανάπτυξης των νέων τεχνολογικών μέσων επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης επαφής, της κοινωνίας της πληροφορίας, το πεδίο για την αναστροφή της πολιτισμικής έκπτωσης είναι ανοιχτό. Μ’ αυτό το στόχο  η ΔΗΜΑΡ επιδιώκει τη συνομιλία και τη συνεργασία με όλους όσοι μπορούν να συμμετάσχουν, ο καθένας με τον τρόπο του, στην προσπάθεια πολιτιστικής αναγέννησης της χώρας μας: δασκάλους και καθηγητές, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, bloggers, πολύμορφους συλλόγους και οργανωμένους συνδικαλιστικούς φορείς.

2         Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


2.1       Η κρίση, η παγκοσμιοποίηση, η πολιτική δημοκρατική διακυβέρνησή της


1. Η συνεχιζόμενη από το 2008 και χωρίς ορατή διέξοδο πολύπλευρη και διεθνής κρίση που ήλθε στην επιφάνεια  με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers και την κρίση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου στις ΗΠΑ, καταδεικνύει ότι η ιδεολογική, νεοφιλελεύθερη,  αντίληψη που ήθελε την παγκοσμιοποίηση συνώνυμη με την παγκόσμια απορρύθμιση ήταν όχι μόνο λανθασμένη αλλά και καταστροφική.
Επί μία εικοσαετία, η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία  επικράτησε στη μάχη των ιδεών, εκμεταλλευόμενη  την κατάρρευση του μεταπολεμικού κεϋνσιανού-σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού. Υπόβαθρο ήταν η ανάδειξη του καπιταλισμού ως κυρίαρχου συστήματος, μετά την  ιστορική ήττα του σοσιαλισμού – ως πρακτική εφαρμογή όπου δοκιμάστηκε, αλλά και ως παγκόσμιο σχέδιο –, με τις δυνάμεις  της Αριστεράς ανά τον πλανήτη να βρίσκονται σε αναδίπλωση, ιδεολογική και εθνικοτοπική.
Κυριάρχησε  ως η ορθόδοξη πολιτική θεολογία, που την ασπάστηκε διεθνώς μεγάλο τμήμα της πολιτικής τάξης, όχι μόνο οι συντηρητικοί αλλά και οι σοσιαλδημοκράτες, που ωθήθηκαν από τα δικά τους αδιέξοδα στο να αφήσουν χώρο στις δυνάμεις της αγοράς και να υποκύψουν  στο πνεύμα των καιρών.

2. Την τελευταία τριακονταετία η  τεχνολογική επανάσταση στην πληροφορική και τις επικοινωνίες, άνοιξε τις αγορές σε ολόκληρο σχεδόν τον μετααποικιοκρατικό, μεταδιπολικό κόσμο και προκάλεσε  μια πρωτοφανή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην Κίνα, κατόπιν στην Ινδία, Βραζιλία και αλλού, βγάζοντας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους από την απόλυτη φτώχεια. Παράλληλα έλαβαν χώρα μεγάλες ανακατατάξεις  με την τροφοδότηση των αγορών των πλουσίων χωρών με αφθονία φθηνών προϊόντων, αφαιρώντας απασχόληση με την μετεγκατάσταση παραγωγικών δραστηριοτήτων σε χώρες χαμηλού κόστους. Ένα δεύτερο κύμα μεγάλων πλανητικών αλλαγών και προβλημάτων, αναδείχθηκε, που συνεχίζεται,  και έχει  επίκεντρο την εργασία, την απασχόληση, την παραγωγή και τις επενδύσεις.
Μετά από μία εικοσαετία καλπάζουσας παγκόσμιας ανάπτυξης και θεαματικής ανόδου των επιπέδων κατανάλωσης για τα μεσαία στρώματα σε όλες τις ζώνες οικονομικής ανάπτυξης του πλανήτη και φυσικά και εντός της ΕΕ, η χαλαρή νομισματική πολιτική και οι ανισορροπίες στο διεθνές εμπόριο συνδυάστηκαν με έναν τρίτο παράγοντα: την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Με την απελευθέρωση των κεφαλαιαγορών, ο τομέας αυτός παγκοσμιοποιήθηκε, ανέπτυξε ανεξέλεγκτες χρηματοπιστωτικές καινοτομίες και ξέφυγε από κάθε δυνατότητα πολιτικής ρύθμισης και εποπτείας που παρέμεναν περιορισμένες σε εθνικό επίπεδο.

3. Η απελευθέρωση και η απορρύθμιση οδήγησαν σε μεγάλα κέρδη τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος μεγάλωσε σε μέγεθος και πλούτο και, κατά συνέπεια, σε δύναμη άσκησης πίεσης. Δηλαδή, το χρήμα αγόρασε επιρροή που με τη σειρά της βοήθησε στην ενίσχυση και διαιώνιση της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, μεταβάλλοντας την πολιτική και τα κράτη σε όμηρο των χρηματοοικονομικών συμφερόντων, γεγονός που απειλεί την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.
 Ταυτόχρονα, τα κράτη επιχειρώντας να προάγουν  τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγές τους, να εξασφαλίσουν την εύνοια των αγορών για πιστώσεις και προσέλκυση  επενδύσεων, έχουν επιδοθεί σε έναν άνευ προηγουμένου μειοδοτικό φορολογικό και μισθολογικό ανταγωνισμό, συμπιέζοντας ασφυκτικά τους πολίτες, εκποιώντας δημόσια περιουσία και καταλήγοντας, στις πλείστες των περιπτώσεων, να λειτουργούν ως μηχανισμός αντίστροφης αναδιανομής μεταφοράς πλούτου από την κοινωνία στις αγορές. 
Επιπλέον, η χρηματοπιστωτική «μηχανή» μέσω της παγκόσμιας απελευθέρωσης και απορρύθμισης απέκτησε τη δυνατότητα και την άδεια να παράγει χρήμα από χρήμα και να γεννά αξιώσεις επί πόρων για άμεση αποδοτικότητα με ρυθμό εξαιρετικά γρήγορο, που η πραγματική οικονομία δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να ικανοποιήσει. Εξ ου και η γενικευμένη εκποίηση, εξάντληση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, των ενεργειακών πόρων και των δημόσιων αγαθών. Όπου αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί δια της οικονομικής ισχύος πραγματοποιήθηκε δια των στρατιωτικών επεμβάσεων και των «προληπτικών πολέμων». Το «χρήμα» κατέληξε να είναι από μόνο του ένα εμπορικό αγαθό αποσυνδεδεμένο από την ανάπτυξη και την επέκταση της πραγματικής οικονομίας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, χωρίς κανέναν περιορισμό και χωρίς καμιά φορολογική επιβάρυνση από οποιαδήποτε εθνική βάση, χωρίς καμιά ρύθμιση και χωρίς να κατευθύνεται σε καμιά παραγωγική λειτουργία πέραν του εαυτού του. Δεκάδες τρισεκατομμύρια Ευρώ, πολλά από συμπατριώτες μας, βρίσκονται παντελώς αφορολόγητα στους φορολογικούς παραδείσους όπου οι μεγάλες τράπεζες διαθέτουν υποκαταστήματα, από τα νησιά Κέιμαν μέχρι το Λουξεμβούργο και το Μονακό.

4. Η πρωτοφανής ένταση στην εκμετάλλευση της εργασίας, η αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, η περιστολή δημοκρατικών δικαιωμάτων, η επεκτεινόμενη φτώχεια, ιδίως κατά την τελευταία 3ετία, ακόμα και στο εσωτερικό των αναπτυγμένων χωρών, την ίδια στιγμή που οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, οι τράπεζες και τα πιστωτικά ιδρύματα καταγράφουν διαρκώς αυξανόμενα κέρδη, μαζί με τη γενική οικολογική κρίση και την κλιματική αλλαγή, είναι οι βαρύτατες συνέπειες της πολύπλευρης κρίσης που προκαλεί η κυριαρχία της επιθετικής οικονομίας στο σύνολο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, κυριαρχία την οποία ο νεοφιλελευθερισμός ως πολιτικό πρόγραμμα την έχει φέρει στα απώτατα όριά της. Η πολύπλευρη κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση είναι τα συμπτώματα μιας γενικευμένης κρίσης ενός μοντέλου που έχει ανάγει το οικονομικό όφελος και την άμεση αποδοτικότητα, σε ουσία των κοινωνιών. Το σύμπλεγμα χρηματαγορών, μεγάλων τραπεζών και πολυεθνικών καθορίζει σήμερα τη μοίρα του πλανήτη, επιβάλλοντας μέσω διεθνών οργανισμών και θεσμών προγράμματα «δομικής προσαρμογής» σε κράτη και κοινωνίες, δηλαδή περιοριστικές πολιτικές λιτότητας όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και στη δημοκρατία και τα δικαιώματα.
Γι` αυτό κεντρικό ζήτημα σε παγκόσμια κλίμακα αναδεικνύεται σήμερα η επανάκτηση της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής απέναντι στην οικονομία και τις ανεξέλεγκτες χρηματαγορές και η υπεράσπιση και η διεύρυνση της δημοκρατίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, δηλαδή η δημοκρατική πολιτική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης προκειμένου να υπάρξει η δυνατότητα υπέρβασης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου με την εφαρμογή εναλλακτικών πολιτικών υπέρ της κοινωνίας, του περιβάλλοντος και των πολιτών.

5. Είναι αδύνατη και δεν πρέπει να επιδιώκεται, είτε από θεωρητική είτε από πολιτική σκοπιά, η επιστροφή στον προ της κρίσης κόσμο. Είναι απαραίτητο να επινοηθούν νέα κανονιστικά πρότυπα, νέοι θεσμοί, και να υπάρξουν καινούργιες ιδέες. Απαιτείται πολιτικό θάρρος προκειμένου να επιδιωχθούν εκείνες οι θεσμικές αλλαγές που θα προετοιμάσουν το έδαφος για μια νέα εποχή, όπου περισσότερο από κάθε άλλη φορά η κοινωνική, η οικολογική και η οικονομική ατζέντα πρέπει να συζητούνται με πιο ολοκληρωμένο τρόπο.
Η οικονομική κρίση έφερε στο φως την ένταση και την έκταση με την οποία αλληλοσυνδέονται και διαπλέκονται οι εθνικές οικονομίες διεθνώς. Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε δεν είναι πλέον δυνατή η επιστροφή στην εθνική κυρίως οικονομική διαχείριση που χαρακτήριζε την μεταπολεμική τριακονταετία. Η χάραξη πολιτικής σε εθνικό επίπεδο δεν διαθέτει πλέον κάποιες πολιτικές συνταγές που ήταν επιτυχείς στο παρελθόν, όπως π.χ. οι νομισματικές υποτιμήσεις και ο εμπορικός προστατευτισμός. Προκειμένου λοιπόν να διακυβερνηθεί αποτελεσματικά η παγκόσμια οικονομία είναι επιβεβλημένη η συγκροτημένη και συντονισμένη δράση σε διεθνές επίπεδο. Τα περισσότερα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η παγκόσμια κοινότητα, όπως π.χ η κλιματική αλλαγή και η παγκόσμια φτώχεια, είναι τεράστια σε μέγεθος. Γι’ αυτό και η λύση στις παγκόσμιες προκλήσεις θα πρέπει να βρεθεί συλλογικά.
Οι υπάρχοντες θεσμοί που είναι επιφορτισμένοι με τον παγκόσμιο συντονισμό δεν έχουν ούτε την αντίστοιχη νομιμοποίηση και ούτε καν αντανακλούν την παρούσα κατανομή πλούτου και ισχύος διεθνώς. Οι θεσμοί αυτοί διαφύλαξαν ευλαβικά μέχρι σήμερα έναν υπέρτερο και κυρίαρχο ρόλο για τα αναπτυγμένα κράτη της Δύσης και ως εκ τούτου σήμερα αντιμετωπίζουν κρίση νομιμοποίησης. Για παράδειγμα, οι αναδυόμενες οικονομίες, όπως π.χ. η Ινδία, η Κίνα και η Βραζιλία, είναι μεν καθοριστικοί οικονομικοί παράγοντες σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά το οικονομικό τους σθένος δεν αντανακλάται πολιτικά στο μερίδιο ισχύος που τους αναλογεί στους διεθνείς θεσμούς. Καθώς το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από το Βόρειο Ατλαντικό και διαμοιράζεται με τις χώρες της Νοτιανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού, είναι αναγκαίο να υπάρξουν άμεσα δίκαιες και βιώσιμες μεταρρυθμίσεις στους διεθνείς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς για να μην χάσουν εντελώς την αποτελεσματικότητα και τη νομιμοποίησή τους. Να αποκτήσουν πραγματικά πολυμερή και δημοκρατικό χαρακτήρα.

6.. Είναι επείγουσα η ανάγκη για τη διαμόρφωση και την προώθηση προτάσεων, που θα κατατείνουν σε ένα εναλλακτικό πρότυπο δημοκρατικής διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης στον αντίποδα του σημερινού νεοφιλελεύθερου και αυταρχικού, με προτεραιότητα στο σεβασμό των θεμελιωδών ανθρώπινων και κοινωνικών δικαιωμάτων και στην προστασία του περιβάλλοντος, με διαφορετική ιεράρχηση των διεθνών αξιών και ρυθμίσεων που θα εδραιώνουν τη διεθνή αλληλεγγύη και συνεργασία απέναντι στον γενικευμένο και ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό.
Γι` αυτό στην κορυφή της αρχιτεκτονικής των διεθνών θεσμών  πρέπει να βρίσκεται ένας ενισχυμένος και εκδημοκρατισμένος ΟΗΕ - εντός του οποίου θα οργανώνεται κάθε συζήτηση περί διεθνών μεταρρυθμίσεων - και οι επιμέρους οργανισμοί που εποπτεύει, όπως η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ), η Διεθνής Οργάνωση  Εργασίας (ΔΟΕ), η UNESCO και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), ως κατεξοχήν φορείς των θεμελιωδών διεθνών δικαιωμάτων και αξιών. Στο πλαίσιο ενός αναβαθμισμένου ΟΗΕ επιβάλλεται πλέον, χωρίς περαιτέρω αναβολή, η ίδρυση και η λειτουργία ενός Παγκόσμιου Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΠΟΠ), ως ο φορέας όπου θα λαμβάνονται οι αποφάσεις για ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας και θα συντονίζονται οι προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Και δεν νοείται βεβαίως προώθηση της διεθνούς συνεργασίας και της δημοκρατικής παγκόσμιας διακυβέρνησης χωρίς ανάληψη δυναμικών πρωτοβουλιών από έναν αναβαθμισμένο ΟΗΕ για επίλυση όλων των διαφορών παντού στον πλανήτη με ειρηνικά μέσα και τη βαθμιαία κατάργηση των συμβατικών και πυρηνικών όπλων μαζικής καταστροφής. Σε έναν κόσμο όπου θα είναι εφικτό ένα υψηλό, εγγυημένο, επίπεδο συλλογικής ασφάλειας, ακόμη και στρατιωτικοί συνασπισμοί όπως  το ΝΑΤΟ θα καθίσταντο άχρηστοι.
Τα μέσα χρηματοδότησης, εφαρμογής και ελέγχου των αποφάσεων μπορούν να διασφαλισθούν  από την αναδιοργάνωση των υπαρχόντων προϋπολογισμών των διεθνών οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα κλπ, όπως και από νέους πόρους από τη συμφωνημένη διεθνώς φορολόγηση των χρηματιστικών συναλλαγών(φόρος Τόμπιν), από την ίδρυση ή ενίσχυση των υπαρχόντων Ταμείων για τη χρηματοδότηση της αποκατάστασης ζημιών από τη ρύπανση που προκαλούν τα πετρελαιοφόρα πλοία, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης πόρων εκτός κρατικής κυριαρχίας κλπ.
Οι σημαντικοί πόροι που θα εξοικονομηθούν μπορούν να ενισχύσουν τη βοήθεια προς την ανάπτυξη για τις φτωχότερες χώρες, τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μείωση των μεταναστευτικών ρευμάτων.

Η προώθηση μιας τέτοιας και εξ ορισμού εξελικτικής και συνεχούς αναμόρφωσης του συστήματος διεθνών σχέσεων για τη διεύθυνση της παγκοσμιοποίησης προϋποθέτει και συνεπάγεται σήμερα την ενθάρρυνση και την ενίσχυση ευρύτερων και βιώσιμων και αποτελεσματικών περιφερειακών συλλογικοτήτων (πολυκεντρικότητα-πολυπολισμός), αναλόγως με την ιστορία και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των χωρών που προχωρούν προς αυτήν την κατεύθυνση στη βάση της εθελούσιας σύγκλισης και της αμοιβαιότητας των συμφερόντων.
Η ΕΕ είναι, για την ΔΗΜΑΡ,  μια τέτοια συλλογικότητα.


3.2. Ο ρόλος της Ευρώπης στο νέο κόσμο- η αδήριτη ανάγκη για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση

Η ΔΗΜΑΡ  στηρίζει την επιτάχυνση και εντατικοποίηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Βιώνουμε σήμερα μια συνολική κρίση και απονομιμοποίηση του επί τριακονταετία  κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου μοντέλου και από αυτή την άποψη, όπως κάθε κρίση, ενέχει ευκαιρίες για τις δυνάμεις της Αριστεράς να αναλάβουν πρωτοβουλίες για αλλαγή πλεύσης στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και θετικής για τους πολίτες διεξόδου από την κρίση.

Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία βασικό βήμα προς την κατεύθυνση της πολιτικής διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης είναι η οικοδόμηση πολιτικών υποκειμένων τα οποία να μπορούν να έχουν την κλίμακα και τη δραστικότητα που θα τους επιτρέπουν να αντιλαμβάνονται τα πραγματικά επίδικα αντικείμενα της παγκοσμιοποίησης, να συνειδητοποιούν τα ειδικότερα συμφέροντά τους στον κόσμο, να μπορούν να αντιπαρατεθούν δημιουργικά και συνθετικά με άλλα υπαρκτά και δρώντα υποκείμενα -κράτη και επιχειρήσεις- της παγκοσμιοποίησης, να μπορούν να επιβάλουν συμβιβασμούς και συνθέσεις πολιτικού χαρακτήρα ως προς τη ρύθμιση της παγκοσμιοποίησης, να μπορούν να είναι συντακτικές δυνάμεις για την αναβάθμιση των υπαρχόντων και για την ίδρυση νέων θεσμών, πάντα πολιτικού χαρακτήρα, που θα αποκρυσταλλώνουν την κίνηση της μεταρρύθμισης και της αλλαγής στην πορεία της παγκοσμιοποίησης.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, και για να διαδραματίσει η ΕΕ ένα τέτοιο ευρύτερο ρόλο, σημαντικά τμήματα της ευρωπαϊκής αριστεράς αντιλαμβάνονται τη στρατηγική επιλογή υπέρ της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, επιλογή που εξυπηρετείται από την οικοδόμηση της ΕΕ αλλά δεν συρρικνώνεται σε αυτήν υπό τη σημερινή της μορφή και εξέλιξη.

Παρά τις αρνητικές εξελίξεις στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ο χώρος της ΕΕ παραμένει το τμήμα του αναπτυγμένου κόσμου με τα περισσότερα κατακτημένα δικαιώματα και τις περισσότερες δυνατότητες για αλλαγή των συσχετισμών και τη διαμόρφωση συμμαχιών για την προοδευτική αλλαγή των μοντέλων ανάπτυξης παγκοσμίως.

Η ΕΕ οφείλει να αλλάξει τις δομές και τις πολιτικές της σε όφελος των ευρωπαίων πολιτών αλλά και να παρέμβει ενεργά στη διαμόρφωση ενός διαφορετικού παγκόσμιου πλαισίου για την ενδυνάμωση των οικουμενικών δημοκρατικών θεσμών, την ισορροπία του παγκόσμιου συστήματος και την καταπολέμηση των κάθε είδους ανισοτήτων.
Σήμερα, η ενοποίηση και πολιτική ολοκλήρωση της ΕΕ είναι περισσότερο αναγκαία από κάθε προηγούμενη περίοδο. Με Σύνταγμα συνώνυμο με τη δημοκρατία, την ελευθερία, την κοινωνική προστασία, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαφύλαξη της ειρήνης, που θα υιοθετηθεί δημοκρατικά. Μια ΕΕ πολιτικά ενοποιημένη σε ομοσπονδιακή βάση, με ισχυρό και αποφασιστικό ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου και των άλλων δημοκρατικών θεσμών, που θα εμπεριέχει την εκχώρηση εθνικών εξουσιών, στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας κοινής συλλογικότητας, αλλά και θα διαφυλάττει ταυτοχρόνως την αυτοτέλεια των εθνικών κρατών και των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων τους. Μια ΕΕ με κοινή οικονομική πολιτική, ιδιαίτερα σε επίπεδο ευρωζώνης, με ενιαίους κανόνες ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων και πολιτικό έλεγχο στην ΕΚΤ. Μια ΕΕ που θα διαθέτει θεσμικά μια Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της ΕΕ, που δεν θα σημαίνει απλώς συμφωνία σε κάποιες θέσεις ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής αλλά θα έχει διάρκεια μέσα στο χρόνο και από κοινού διαμόρφωση θέσεων και δράσεων, με κοινούς κανόνες για ανάλυση και απόφαση, κοινά όργανα για εφαρμογή. Η αμυντική θωράκισή της, αφού πρώτα η ΕΕ απαλλαγεί από την αγκίστρωσή της στο ΝΑΤΟ, θα πρέπει να αποτελεί  το αναγκαίο παρακολούθημα.

2.3       Η κρίση στην ΕΕ  : Οικονομική διακυβέρνηση με στόχο την Ομοσπονδιακή Συγκρότηση


1. Η ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ΟΝΕ, αποτελεί ατελή οικονομική-πολιτική ενοποίηση, με μεγάλα δημοκρατικά και κοινωνικά ελλείμματα. Σε ορισμένους τομείς (εμπορική πολιτική) λειτουργεί ενιαία, σε άλλους (άμυνα) όχι. Το εγχείρημα της ΟΝΕ εμπεριέχει γενναία δόση πειραματισμού. Η κοινή νομισματική πολιτική (προσφορά χρήματος, επιτόκιο) ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Αντιθέτως, κάθε κράτος καταρτίζει προϋπολογισμό, υποχρεούμενο να σεβαστεί το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ).
Μια ολοκληρωμένη μακροοικονομική ενοποίηση θα όφειλε να συνοδεύεται από βαρύνοντα κεντρικό προϋπολογισμό-όπως στις ΗΠΑ- που θα οδηγούσε στη μεταβίβαση πόρων από τις πλουσιότερες στις ασθενέστερες περιοχές, ιδίως σε φάσεις κρίσης. Ο υπάρχον προϋπολογισμός του 1% της ΕΕ, όντας μικρός, απέχει πολύ από το να ασκεί αναδιανεμητική δημοσιονομική πολιτική.
Τέτοια ομοσπονδοποίηση συνεπάγεται εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, δύσπεπτη για τα εθνικιστικά αντανακλαστικά - δεξιά και αριστερά αλλά και για τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα που νέμονται με προνομιακό τρόπο μεγάλα κομμάτια της πίτας των εθνικών αγορών και των έργων. Εμπεριέχει πολιτική βούληση, προϋποθέτει αποδοχή και από τους ευρωπαίους πολίτες.
Επιπρόσθετα, τέτοια αναδιανομή θα σήμαινε εύνοια για τους «εντός ΟΝΕ» χρόνια ασθενείς (Ελλάδα) και ψίχουλα για τους πολύ φτωχότερους «εκτός ΟΝΕ» εταίρους (Βουλγαρία, Ρουμανία κ.ά.). Το πολύ οι τελευταίοι να έμπαιναν στην ευρωζώνη. Αλλά σε συνθήκες κρίσης και αβεβαιότητας, τέτοια διεύρυνση δύσκολα γίνεται αποδεκτή, ιδίως από πλούσια κράτη- μέλη.

2. Η μέχρι τώρα ενοποίηση υπήρξε με μονόδρομη κατεύθυνση οικονομική, στενά νομισματική, με ατροφικό κοινωνικό σκέλος. Όμως, η παρούσα έκφραση της διεθνούς κρίσης δεν οφείλεται σε αυτό. Απλώς θα εκδηλωνόταν διαφορετικά αν τα πράγματα ήταν αλλιώς. Αν υποθετικά υφίστατο κοινή δημοσιονομική πολιτική, οι κλυδωνισμοί θα κατανέμονταν διαφορετικά, θα υπήρχε ένα είδος «αμορτισέρ». Ιστορικά, τέτοιες κρίσεις οδηγούν συχνά σε εντάσεις-συγκρούσεις και λειτουργούν ως καταλύτες αλλαγών, θετικών ή αρνητικών. Άδηλο το μέλλον.
Μια ρεαλιστικά αισιόδοξη προοπτική είναι απλώς να αποφευχθούν τα χειρότερα (διάλυση ΟΝΕ, δραματική πτώση βιοτικού επιπέδου χωρών μελών σε περίπτωση πτώχευσης).
Να υπάρξουν δηλαδή μερικές χρήσιμες παρεμβάσεις στο οικοδόμημα. Αυτά θα απορρέουν κυρίως από την αίσθηση ότι κινδυνεύουν όλοι να βγουν χαμένοι (αν και σε διαφορετικό βαθμό) από τυχόν χρεοκοπία ενός μέλους, με κίνδυνο ντόμινο.
Η «στρατηγική της Λισαβόνας», που θα καθιστούσε το 2010 την Ευρώπη την πιο ανταγωνιστική περιοχή του κόσμου, σύμφωνα με τη φιλοδοξία της σοσιαλδημοκρατικής πλειοψηφίας της ΕΕ των 15 που έδωσε προτεραιότητα στην ανταγωνιστικότητα σε σχέση με την κοινωνική σύγκλιση, ναυάγησε στην κρίση, έχοντας πριν προσκρούσει, σε εύλογες και μη, αντιστάσεις επιμέρους κρατών.
Ως συνέχειά της αναμένεται μια νέα στρατηγική,  που εκπονείται για το 2020, συνισταμένη πλέον των πλειοψηφούντων φιλελεύθερων αλλά και σοσιαλδημοκρατικών αντιλήψεων, διαφορετικών εθνικών παραδόσεων που συνυπάρχουν στην Ένωση. Μεγάλη αντίφαση παραμένει το ενιαίο νόμισμα χωρίς αντίστοιχο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, ενιαία φορολογία και δημοσιονομική πολιτική, η διατήρηση χωριστών πολιτικών σε κάθε χώρα που αγνοούν τις ανάγκες της Ένωσης συνολικά. Παράδειγμα, για να κλείσουν τα εξωτερικά τους ελλείμματα η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία αυξάνοντας εξαγωγές και απασχόληση, θα έπρεπε η πλεονασματική Γερμανία να αυξήσει τη ζήτηση για τα προϊόντα τους.

3. Σήμερα στο πλαίσιο της ΕΕ, ούτε ο ενιαίος δήμος υπάρχει ούτε μια ενιαία και μοναδική κρατική εξουσία, ούτε ισχυρές υπερεθνικές πανευρωπαϊκού τύπου οργανώσεις (κόμματα, συνδικάτα ή κινήματα), ούτε φυσικά ισχυρές υπερεθνικές ταυτότητες.
Το πολιτικό σχέδιο μιας ισχυρής παρέμβασης της ευρωπαϊκής αριστεράς και των πρασίνων στο πλαίσιο της ΕΕ και των 27 κρατών-μελών καλείται να ελέγξει ή να επηρεάσει ένα πολιτικό σύστημα χωρίς ισχυρή κεντρική δημόσια εξουσία- πολλά κέντρα εξουσίας–, με πολλές βαλβίδες ασφαλείας (όσες και τα κράτη-μέλη), που φροντίζουν αυτόματα για την εκτόνωση των πολιτικών και κοινωνικών πιέσεων
Μια αριστερή στρατηγική θα έπρεπε να εκκινήσει από την προσπάθεια κοινής οργάνωσης και διεκδίκησης των συμφερόντων των εργαζομένων σε όλη την Ευρώπη, από την ανάπτυξη της επικοινωνίας και αλληλεγγύης μεταξύ τους και την καταπολέμηση των μεγάλων ανισοτήτων που συντηρούνται μέσα από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, τις αγροτικές επιδοτήσεις κ.λπ. Το αντίθετο δηλαδή από το φάσμα του «πολωνού υδραυλικού» που προβαλλόταν ως απειλή στη Γαλλία.

Πολυποίκιλες δυνάμεις της αριστεράς σήμερα επιδίδονται σε ένα διαρκές καταγγελτικό σφυροκόπημα της Ένωσης. Χωρίς επαρκή προβολή επεξεργασμένων θετικών προτάσεων, δίνουν την εντύπωση ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για μια εναλλακτική κατεδάφιση παρά για μια εναλλακτική ευρωπαϊκή οικοδόμηση, τη στιγμή που η διεθνής πολυσύνθετη και πολυεπίπεδη κρίση έχει καταστήσει φανερή όσο ποτέ την ανάγκη προώθησης μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης. Είναι η μόνη ορατή δυνατότητα για να επανακτήσει η Πολιτική την κυριαρχία έναντι των πανίσχυρων Αγορών, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την επιβολή κανόνων και ρυθμίσεων υπέρ των εργαζομένων και των κοινωνικά πιο αδύναμων. Η στασιμότητα ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Και αυτή τη στιγμή η Ε.Ε αυτοκτονεί με ανεπαρκείς ηγεσίες που συνεχίζουν να εφαρμόζουν το ίδιο, όπως και προ κρίσης, ανεπαρκές μοντέλο πολιτικής.

4. Το πεδίο της Ευρώπης είναι το πεδίο του μεταρρυθμισμού.  Ο πόλεμος θέσεων, όχι ο πόλεμος κινήσεων, είναι το κεντρικό διακριτικό του γνώρισμα.
Χρειάζεται εναλλακτικό σχέδιο και αλλαγή συσχετισμών για αλλαγή πολιτικών στην πορεία οικοδόμησης της ενιαίας Ευρώπης.
Ένα  τέτοιο σχέδιο προϋποθέτει μια ευρωπαϊκή αριστερά που δεν θα είναι μόνο δύναμη αντίστασης, γενικόλογης καταγγελίας και διαμαρτυρίας, αλλά θα καταθέτει κυρίως πειστικές εναλλακτικές προτάσεις απέναντι σε όσα συμβαίνουν σήμερα στην Ευρώπη και τον κόσμο, θα προωθεί την εφαρμογή τους με κινηματική λογική και θεσμική συμμετοχή, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας για τον ευρωπαϊκό κοινωνικό μετασχηματισμό.
Οι δυνάμεις της Αριστεράς σε ευρωπαϊκή κλίμακα, τουλάχιστον εκείνες που αντιλαμβάνονται το σοσιαλισμό ως δημοκρατική διαδικασία και όχι ως στάδια και τελικό στόχο, σε μια ευρύτερη συνεργασία  με τους ευρωπαίους Πράσινους, δεν πρέπει να περιορίζονται, εξαιτίας της ατζέντας που επιβάλλει η κρίση και οι κυρίαρχες δυνάμεις, μόνο και κυρίως στο επίπεδο της οικονομίας. Χρειάζεται να επαναφέρουν δυναμικά την αναγκαιότητα ενός Συντάγματος(ή μιας Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης) που θα προωθεί την ενοποίηση, ανεξάρτητα από την επιδιωκόμενη μετεξέλιξη του συσχετισμού δυνάμεων στα κράτη-μέλη, με εκλεγμένη απευθείας από τους λαούς της Ευρώπης Συντακτική Συνέλευση, ρόλο που θα μπορούσε να αναλάβει και το εκλεγμένο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
 Έτσι, η Αριστερά υπερβαίνει ουσιαστικά την εθνική περιχαράκωση και ξαναπιάνει το νήμα ενός πραγματικού και όχι μόνο θεωρητικού ή μονομερούς και αδιέξοδου «από τα κάτω» διεθνισμού, καθώς η ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση αποτελεί την ορατή απάντηση στις ανεξέλεγκτες αγορές και στην κυριαρχία του οικονομικού επί του πολιτικού και επιπλέον είναι ουσιαστικό βήμα για την αναγκαία και επείγουσα πολιτική διεύθυνση της παγκοσμιοποίησης.

5. Σε ό,τι αφορά τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις που σχετίζονται με το ευρώ και την ευρωπαϊκή πολιτική και όπως αναδείχθηκαν μέσα από την κρίση, μια αριστερή πολιτική στρατηγική οφείλει να περιλαμβάνει πέντε πάγια αιτήματα:
i.        Η ΟΝΕ  να πάψει να είναι μόνο ΝΕ. Πολιτική συμφωνία και θεσμοί για περισσότερη οικονομική ενοποίηση
ii.      Η ΕΚΤ να «ελέγχεται» από πολιτικούς, δημοκρατικούς θεσμούς,(Συμβούλιο και Ευρωκοινοβούλιο) και να πάψει να είναι «εξωκοινοτικός» θεσμός, που δεν υπόκειται σε κανένα έλεγχο.
iii.    Το ΣΣΑ, πέρα από  τους τρεις ασφυκτικούς δημοσιονομικούς κανόνες, να συμπληρωθεί   και με άλλα κριτήρια, όπως η απασχόληση και η κοινωνική προστασία, καθώς και δείκτες οικονομικής ανάπτυξης.
iv.    Το ευρώ, ως έχει, να μη στερείται αυτονόητων προϋποθέσεων που συνοδεύουν ένα ενιαίο νόμισμα: ένα ισχυρό αποθεματικό ταμείο στο οποίο θα προσφεύγουν οι οικονομίες που έχουν προβλήματα (ένας ευρωπαϊκός προϋπολογισμός που σταδιακά πρέπει να φτάσει στο 5% του ΑΕΠ της Ε.Ε.) και ένα «δανειστή της ύστατης στιγμής», η ΕΚΤ.
v.      Το τραπεζικό σύστημα, οι χρηματαγορές και η αρχιτεκτονική τους πρέπει να υπόκεινται σε ρυθμιστικούς κανόνες και να υπηρετούν τις αναπτυξιακές και κοινωνικές προτεραιότητες, όπως αυτές καθορίζονται από τους κάθε φορά πολιτικούς θεσμούς, όπου ο πολιτικός συσχετισμός ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά μπορεί να αποβεί κρίσιμος.


3          η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΧΩΡΑΣ

Η Ελλάδα, μέλος της ΕΕ, μετέχει σε διεθνείς οργανισμούς και σε περιφερειακές συνεργασίες και προωθεί αναπτυσσόμενες σχέσεις στο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου, με τη Ρωσία, τον Αραβικό κόσμο και άλλες χώρες. Η θέση της σε μια περιοχή, όπου υπάρχουν χρόνια προβλήματα και βρίσκουν την έκφρασή τους παλιές και σύγχρονες διεθνείς αντιθέσεις, προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην εξωτερική της πολιτική, ως κυρίαρχης χώρας, και στις επιλογές που γίνονται    στο πεδίο αυτό.
H ΔΗΜΑΡ θεωρεί  ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας οφείλει:

-Να βρίσκεται στο πλευρό όσων αγωνίζονται για την υπεράσπιση της διεθνούς νομιμότητας και να αντιτίθεται στις επεμβάσεις και τους πολέμους.
-Να προωθεί την ειρηνική λύση των διαφορών με τις γειτονικές χώρες, θέτοντας τέλος στο κυνήγι των εξοπλισμών.

-Να στηρίζει μια δίκαιη λειτουργική  και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, που να τερματίζει την κατοχή και να ακυρώνει διχοτομικά τετελεσμένα, να διασφαλίζει την επανένωση του τόπου και του λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, καθώς και το δικαίωμα όλων των προσφύγων για επιστροφή. Και μια τέτοια λύση δύναται να εξασφαλιστεί μόνο μέσα στο συμφωνημένο πλαίσιο δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα όπως περιγράφεται από τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ. Λύσης σύμφωνης με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, που να εδράζεται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και 1979 και να προνοεί για τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας από ενιαίο σε ομοσπονδιακό κράτος, με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια, μία διεθνή προσωπικότητα.
Να στηρίζει και προωθεί λύση που οφείλει να είναι λύση ασφάλειας για όλους τους Κυπρίους, Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, χωρίς κατοχικά στρατεύματα, παρωχημένα συστήματα εγγυήσεων και μονομερή δικαιώματα επέμβασης τρίτων, τα οποία άλλωστε είναι ξένα προς τον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ. Η αποτελεσματική συμμετοχή της επανενωμένης Κύπρου στην ΕΕ θα αποτελέσει την καλύτερη δυνατή εγγύηση για την ασφάλεια και ευημερία όλων των Κυπρίων.
Να στηρίζει μέτρα για την οικονομική ενίσχυση των Τουρκοκυπρίων, εφόσον συντείνουν στην επαναπροσέγγιση των δυο Κοινοτήτων και την επανένωση της νήσου. Στόχος πρέπει να είναι η επίλυση του Κυπριακού, η οποία θα έλυνε αμέσως και το όλο ζήτημα της «απομόνωσης».

-Να υποστηρίζει την ευρωπαϊκή πορεία και ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, και τον σαφή και αταλάντευτο ευρωπαϊκό προσανατολισμό της γείτονος, υπό την προϋπόθεση του σεβασμού του ευρωπαϊκού κεκτημένου και της πλήρωσης των κριτηρίων της Κοπεγχάγης : σε καμία περίπτωση η Τουρκία δεν μπορεί να παραμένει όμηρος της Ελλάδας ή της Κύπρου, όμως δεν μπορεί και αυτή με την σειρά της να εξακολουθήσει να μην αναγνωρίζει μία χώρα μέλος της ΕΕ, να αρνείται επίμονα να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το Πρωτόκολλο της Άγκυρας το οποίο η ίδια υπέγραψε και να μιλά για γκρίζες ζώνες και αμφισβητούμενα εδάφη, αμφισβητώντας την εδαφική κυριαρχία χώρας της ΕΕ.
Να καθιστά σαφές ότι η Ελλάδα δεν θέλει νέες εντάσεις και νέο κυνηγητό εξοπλισμών ανάμεσα στις δύο χώρες. Τα  προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορούν και πρέπει να επιλυθούν με διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου.
Η Τουρκία οφείλει να άρει το casus belli, να συναινέσει στην παραπομπή του θέματος της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, να σταματήσει τις παράλογες αιτιάσεις της για τις γκρίζες ζώνες και να εργαστεί ενεργά για την επίλυση του Κυπριακού στο πλαίσιο των αποφάσεων των διεθνών οργανισμών.
Η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η οποία θα επηρεαστεί τα μάλα από τις εξελίξεις στο Κυπριακό, θα απελευθερώσει την ελληνική εξωτερική πολιτική από την αναγκαστική αντιπαλότητα με την Τουρκία και θα αναδείξει τις δύο χώρες ως κύριους μοχλούς προώθησης ειρηνικής και γόνιμης περιφερειακής συνεργασίας στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.

-Να επιδιώκει την άμεση απεμπλοκή και οριστική διευθέτηση του προβλήματος της ονομασίας της FYROM με την υιοθέτηση μιας σύνθετης ονομασίας γεωγραφικού ή χρονικού προσδιορισμού, έναντι όλων, και την εκπόνηση από τη χώρα μας μιας ανοικτής πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής πρότασης ευρύτατης συνεργασίας με τις βαλκανικές χώρες.

-Να θεωρεί την ευρωπαϊκή προοπτική των κρατικών οντοτήτων της ΝΑ Ευρώπης ως την βέλτιστη εξέλιξη  για τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή και να παρέχει κάθε είδους βοήθεια στις χώρες αυτές, για την όσο το δυνατόν συντομότερη ικανοποίηση του αιτήματός τους για την έναρξη διαπραγματεύσεων με την  ΕΕ και την προοπτικά πλήρη ένταξη σε αυτήν.

-Να υποστηρίζει τον σταθερό προσανατολισμό της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή πορεία της Σερβίας, την συντομότερη δυνατή  έναρξη υλοποίησης του Συμφώνου Σύνδεσης και Σταθερότητας και   τη διεκδίκηση  ρόλου μεσολαβητή σε οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ Σερβίας – ΕΕ καθώς και τη συνηγορία υπέρ της κατάργησης των θεωρήσεων εισόδου των Σέρβων πολιτών στις χώρες μέλη της ΕΕ, ταυτόχρονα με την έναρξη σε ισχύ της ενδιάμεσης εμπορικής συμφωνίας. Να προωθεί  ακόμη τη συνεργασίας στο πεδίο του τουρισμού, των μεταφορών και της  ενέργειας, που έχουν πολύ μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης.
-Να συμμετέχει ενεργά σε διεθνείς πρωτοβουλίες για δικαιοσύνη και ειρήνη στην Εγγύς Ανατολή με την αμοιβαία αναγνώριση δυο ανεξάρτητων κρατών, Ισραήλ και Παλαιστίνης, και το σεβασμό της κρατικής οντότητας του Λιβάνου και να ενώνει τη φωνή της με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για τον άμεσο τερματισμό της κατοχής στο Ιράκ και τη απόσυρση όλων των ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων.

-Να αρνείται σθεναρά τη συμμετοχή και διευκόλυνση στους διαρκείς πολέμους των ΗΠΑ και  προθύμων συμμάχων τους.

4         Η  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΕ


4.1        Ευρωπαϊκός συντονισμός για την αντιμετώπιση της κρίσης


1. Η χώρα μας μαζί με άλλες χώρες της Ευρώπης, ουσιαστικά όλη η Ευρώπη, εισήλθαν σε νέα, πιο κρίσιμη, φάση της βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης. Απλώνεται στην ΕΕ η επίθεση των κερδοσκοπικών κεφαλαίων κατά της μιας χώρας μετά την άλλη.
Απάντηση προοδευτική δεν είναι η γενική πανευρωπαϊκή συμπίεση της αμοιβής της εργασίας, της αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων  και η υπονόμευση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, αλλά η αναίρεση της θεσμικής πολιτικής υπανάπτυξης και της ασυμμετρίας στην οικοδόμηση της ΕΕ. Με κοινή δημοσιονομική πολιτική, μείωση των ανισορροπιών, σύγχρονη οικολογική ανάπτυξη για όλες τις χώρες και περιφέρειες στη κατεύθυνση της κοινής οικονομικής διεύθυνσης και του κοινού προϋπολογισμού.
Ο αγώνας  στην Ελλάδα πρέπει να είναι συντονισμένος με τη κινητοποίηση δυνάμεων και με συμμαχίες στο Ευρωπαϊκό επίπεδο για να υιοθετηθούν επειγόντως πολιτικές συνεργασίας, αλληλεγγύης και σύγκλισης και να απομονωθεί η εκβιαστική πολιτική της Μέρκελ, που απειλεί τη συνοχή της ευρωζώνης.
Είναι ενθαρρυντικές οι σοβαρές διεργασίες που εξελίσσονται στο ευρωπαϊκό και διεθνές πεδίο και προκαλούν όλο και πιο μεγάλη πίεση στην ηγεσία της Γερμανίας να εγκαταλείψει τον οικονομικό ηγεμονισμό της, σε βάρος των χρεωμένων χωρών. Ισχυρές φωνές στον ευρωπαϊκό χώρο ακούγονται για την υιοθέτηση από την ΕΕ μιας στρατηγικής κοινής ανάπτυξης και της διάρρηξης των αλυσίδων της αδύναμης ανάπτυξης.

2. Η ανάγκη μιας  κοινής δημοσιονομικής πολιτικής, μείωσης των ανισορροπιών, κοινής πορεία ανάπτυξης προκύπτει μέσα από  τα αδιέξοδα που θα προκύψουν σε  περισσότερες υπερχρεωμένες χώρες  της Ευρωζώνης, αλλά και από τις δυσλειτουργίες του συνόλου της Ευρωζώνης.
Γιαυτό και  σήμερα είναι αναγκαία η σύμπηξη ενός πολιτικού αλλά και κοινωνικού ευρωπαϊκού μετώπου και η διασφάλιση ευρύτερων συμμαχιών, όχι μόνο από τις χώρες του νότου, για τη στήριξη του Μόνιμου Μηχανισμού αντιμετώπισης κρίσεων που θα διαδεχτεί το 2013 το υφιστάμενο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (σημείωση: Εδώ αναμένουμε τις εξελίξεις στο Έκτακτο Συμβούλιο Κορυφής της Παρασκευής04/02/11 για να υπάρξει τοποθέτηση), όπως επίσης και η εμμονή, με νέους όρους,  στην πρόταση της ευρωπαϊκής αριστεράς, που έχει πλέον κερδίσει έδαφος,  για την έκδοση του ευρωομολόγου,  καθώς και τη δημιουργία ενός μηχανισμού κοινής διαχείρισης του  χρέους.
Η ΔΗΜΑΡ υποστηρίζει την πρόταση της Συνομοσπονδίας των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων για την μεταφορά μέρους του εθνικού χρέους στην ΕΚΤ, που θα μπορούσε να κυμανθεί  από το 60% ως το 40% της πρότασης Γιούνκερ-Τρεμόντι, για δημιουργία κοινής διαχείρισης του χρέους, που δεν θα απάλλασσε τις χώρες από τις υποχρεώσεις τους, αλλά θα περιόριζε το ρόλο των αγορών στις τρέχουσες επιθέσεις σε αυτές, καθώς και την έκδοση ευρωομολόγων για τη χρηματοδότηση ενός ευρωπαϊκού σχεδίου μεγάλων υποδομών  για προώθηση της  οικονομικής ανάκαμψης.
 Η ΔΗΜΑΡ υποστηρίζει  βραχυ - μεσοπρόθεσμα πρώτα απ΄ όλα την υλοποίηση της ανειλημμένης υποχρέωσης από το τελευταίο Eurogroup για επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους των 110 δις μέχρι το 2021 για όλο το ποσό.   Όπως επίσης  και την  προώθηση όλων των αναγκαίων  πρωτοβουλιών για το ευρωομόλογο. Μεσο- μακροπρόθεσμα, και για το σύνολο πλέον των δανείων της χώρας,  μέσα από μια διαδικασία συγκρότησης ενός μηχανισμού  ρύθμισης που θα περιλαμβάνει τις υπερχρεωμένες χώρες, ΕΚΤ και πιστωτές, με τη διασφάλιση  των κατάλληλων ευρωπαϊκών πολιτικών πρωτοβουλιών η ΔΗΜΑΡ υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση οφείλει να  στοχεύει και να επιδιώξει στην αναδιαπραγμάτευση μέσα από την οργανωμένη επιμήκυνση, τη μείωση των επιτοκίων  και αναχρηματοδότηση των ελληνικών χρεών. 

Η ΔΗΜΑΡ θεωρεί ότι έχει σημασία η ελληνική κυβέρνηση να συνταχθεί με άλλες χώρες της ΕΕ ώστε να προωθηθεί και ευοδωθεί μια κοινή πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης και κυρίως  να τεθεί φρένο και να υπάρξουν περιορισμοί στην ξέφρενη λειτουργία των διεθνών  hedge funds  μέσα από μια συλλογική απόφαση στο  G20 μια και καμιά οικονομική ζώνη από μόνη της δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει.

4.2       Η Ελληνική κρίση και οι  πολιτικές διεξόδου


1. Η  ελληνική κρίση διαφέρει από την ευρωπαϊκή, και έχει εγχώριες αιτίες που οφείλονται στη κρίση του προτύπου ανάπτυξης.  Η έκφρασή της ως  βαριά δημοσιονομική κρίση που πιέζει πολύπλευρα την ελληνική κοινωνία φέρνει σε αδιέξοδο, οδηγεί σχεδόν σε κατάρρευση, το πελατειακό κράτος των κοινωνικών ανισοτήτων που χτίστηκε επί δεκαετίες στον τόπο μας. Η Ελλάδα έχει οδηγηθεί σε μειωμένη κυριαρχία. Διαπιστωτική πράξη της η υπογραφή του απαράδεκτου Μνημονίου με την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ και οι εκτός κοινοβουλευτικών διαδικασιών επικαιροποιήσεις του.

Για την εξέλιξη αυτή, οι ευθύνες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, των αλληλοδιάδοχων κυβερνήσεων του δικομματισμού, είναι τεράστιες. Η ΔΗΜΑΡ δεν ταυτίζει γενικώς τα δύο αυτά κόμματα, αλλά θεωρεί ότι και τα δύο οδήγησαν τη χώρα στο τέλμα της διαπλοκής και διαφθοράς, της κρατικοδίαιτης ανάπτυξης ενός μη παραγωγικού ιδιωτικού τομέα, στα τεράστια ελλείμματα και υπέρογκο χρέος καθώς και σε συνθήκες δανεισμού τριτοκοσμικών χωρών. Η δημοσιονομική κρίση της ελληνικής οικονομίας ανέδειξε με δραματικό τρόπο τα αδιέξοδα του κοινωνικοοικονομικού προτύπου που οικοδομήθηκε στη χώρα ύστερα από τη μεταπολίτευση.
Το σύστημα που μας έφερε ως εδώ εδραιώθηκε από το 1981, με την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ. Όλα τα  διαφορετικά κοινωνικά συμφέροντα με τα αιτήματά τους παρατάχθηκαν απέναντι  στην κυβέρνηση η οποία, μέσα από το κράτος και τους αυξανόμενους πόρους του από την ΕΟΚ/ΕΕ και από δανεικά, φρόντιζε να τα ικανοποιεί. Μέσα σ’ αυτό το αλισιβερίσι άλλα κριτήρια λειτουργούσαν εξ αντικειμένου, όσα ωραία και αν λέγονταν για ανάπτυξη ή εκσυγχρονισμό. Η αναγκαία, για μια προσγείωση στις πραγματικότητες της οικονομίας και παραγωγής, αντιπαράθεση-διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αντιτιθέμενα συμφέροντα υποβαθμίσθηκε σε τελετουργία, η εκπροσώπηση των εργαζομένων εκφυλιζόταν σε ολοένα μεγαλύτερη απόσταση από την παραγωγή.
Οι περιστασιακές διορθωτικές απόπειρες στις κρίσεις του 1985 και του 1991, στον αγώνα για να ενταχθούμε στην ΟΝΕ το 1998 δεν άλλαξαν τη γενική κατεύθυνση. Αντίθετα, με την ένταξη στο ευρώ η πορεία επιταχύνθηκε καθώς υπήρχε πολύ πιο εύκολη πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό. Η χώρα διάνυσε  έτσι μια δεκαετία με  σχεδόν πλασματική ανάπτυξη,  με ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ 4% και πάρα πάνω, που εξέφραζαν όμως τα εισοδήματα που δημιουργούσε το κράτος και ο δημόσιος τομέας με ελλείμματα, δηλαδή με δανεισμό. Ταυτόχρονα η παραγωγική βάση της χώρας συρρικνωνόταν – έκλειναν εργοστάσια, άνοιγαν εμπορικά κέντρα – τα αυξανόμενα εισοδήματα γίνονταν αυξανόμενη κατανάλωση εισαγομένων αγαθών. Παράλληλα με το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος  η χώρα εμφάνιζε  μεγάλο εξωτερικό έλλειμμα και διογκούμενο εξωτερικό χρέος.
Η ανάληψη της εξουσίας από τη ΝΔ οδήγησε σε μια διακυβέρνηση της χώρας επί πενταετία,  που παρόξυνε όλες τις αδυναμίες της πολιτικής και κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας που κληρονόμησε. Την ώρα μάλιστα που ο διεθνής ορίζοντας και οι ευρωπαϊκές εξελίξεις προοιωνίζονταν την εμφάνιση της κρίσης, αλλά και κατά την περίοδο  της εκδίπλωσης όλων των χαρακτηριστικών της κρίσης και των επιπτώσεών της προσπαθούσε με τις συνταγές του παρελθόντος να δώσει λύσες  . Η ουσιαστική παράδοση της διακυβέρνησης στο ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε και τη μεγαλύτερη ομολογία της ανικανότητας και αποτυχίας της.  

2. Οι ευθύνες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ είναι τεράστιες και ιστορικού χαρακτήρα. Η επικυριαρχία και εγκατάσταση του ΔΝΤ αποτελεί στίγμα στη συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.
Παρά τους επαίνους με τους οποίους επιδαψιλεύουν τον  έλληνα πρωθυπουργό διεθνείς οικονομικοί κύκλοι και ηγετικοί κύκλοι της ΕΕ  για τη θεραπεία σοκ που οι ίδιοι προωθούν και στην οποία επιβάλλεται ο ελληνικός λαός η αίσθηση και του τελευταίου πολίτη της χώρας αυτής είναι ότι: ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ. ΒΟΥΛΙΑΖΟΥΜΕ.                         
 Η  κυβέρνηση στο όνομα της διασφάλισης θετικής έκθεσης της τρόικας για την καταβολή της δόσης του Μαρτίου 2011 υπέγραψε ένα  δεύτερο επικαιροποιημένο Μνημόνιο, συνέταξε έναν παρακολουθηματικό του  Προϋπολογισμό του 2011, προχώρησε σε ένα βαρύτατο πλήγμα στη καρδιά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των εργασιακών δικαιωμάτων και τρέχει να δρομολογήσει άλλες 33 μεταρρυθμίσεις
Δεν υπάρχει πλέον καμιά κόκκινη γραμμή, καμιά υπόσχεση, που το ΠΑΣΟΚ αλλά και η κυβέρνησή του έχουν θέσει, έθεταν ή θέτουν και που την επόμενη εβδομάδα ή έστω το επόμενο δεκαπενθήμερο να μην την ξεπερνούν. Κανείς δεν πιστεύει ότι υπάρχει ένα «ως εδώ»                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            
Η χώρα μας αντιμετωπίζει έκρηξη ύφεσης, πληθωρισμού, ανεργίας, συρρίκνωσης και τεχνολογικής οπισθοδρόμησης  της παραγωγικής βάσης και  έχει εμπλακεί  με ευθύνη της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ σε ένα φαύλο κύκλο αλληλοδιάδοχών μέτρων, αστοχίας, πρόσθετων μέτρων κοκ χωρίς να διαφαίνεται ο δρόμος εξόδου από την κρίση και προ πάντων με μια κοινωνία όρθια.

3. Η προσαρμογή που επιχειρείται να επιβληθεί  το 2011 με τον Προϋπολογισμό  συνεπάγεται πιο παρατεταμένη και βαθύτερη ύφεση: μετά τις 4,6 ποσοστιαίες μονάδες που μειώνεται φέτος, το ΑΕΠ θα μειωθεί άλλες 3 μονάδες του χρόνου, σύμφωνα με τις επίσημες προβλέψεις, μπορεί και περισσότερο, επιφέροντας μεγαλύτερη συμπίεση εισοδημάτων και ανεβάζοντας την ανεργία στο 15%. Και πάλι τα βάρη του, τα συνολικά μέτρα  ύψους 14 δις, ευρώ, θα κληθούν τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα να  τα υποστούν.
 Οι δημόσιες επενδύσεις απλώς διατηρούνται στα περικομμένα φετινά επίπεδα (8,5 δισ.), η μείωση των δημοσίων δαπανών και η προσπάθεια να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα συμπιέζουν κι άλλο τη ζήτηση απομακρύνοντας την ανάκαμψη.
Στην πορεία αυτή, μπορεί η χώρα να μη χρεοκοπήσει, πλην όμως θα έχουν χρεοκοπήσει οι πολίτες της. Τα μέτρα του Μνημονίου και των προϋπολογισμών μέχρι τώρα, οδηγούν όχι μόνο στην απελπισία και αποδιοργάνωση την μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών και συνταξιούχων αλλά και στη συρρίκνωση, μέχρις εξαφανίσεως, της μεσαίας τάξης και των προοπτικών δημιουργίας παραγωγικής βάσης..

Ο Προϋπολογισμός του 2011 όλοι γνωρίζουν ότι δεν θα τηρηθεί, ούτε για δύο μήνες.  Όλοι όμως γνωρίζουν επίσης ότι δεν είναι δυνατόν να καταγραφεί  προϋπολογισμός ο οποίος να παραβιάζει τις προβλέψεις της δανειακής συμφωνίας, όπως συμφωνήθηκε από την κυβέρνηση. Μιας συμφωνίας την οποία οι βουλευτές της ΔΗΜΑΡ την καταψήφισαν. Το ερώτημα είναι: μπορεί να υπάρξει οικονομική πολιτική η οποία να παρακολουθεί τις προβλέψεις της δανειακής σύμβασης και να κατανέμει δίκαια τα βάρη; Πολύ περισσότερο, ακόμη και εάν σχεδιασθεί μια τέτοια πολιτική, είναι σε θέση να την εφαρμόσει ο κρατικός μηχανισμός;
 Σε κάθε περίπτωση αν όλα τα κυβερνητικά  μέτρα, διαρθρωτικά ή μη, φαίνεται ότι μπορούν να μειώσουν το δημοσιονομικό έλλειμμα και, στην προοπτική του 2015, να αρχίσουν να μειώνουν το δημόσιο χρέος, σε  τίποτα  δεν ωφελούν την αντιμετώπιση του ελλείμματος- ρεκόρ στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που βεβαίως οφείλεται στην κατάρρευση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας αλλά πάνω απ΄όλα στην παντελή έλλειψη ανταγωνιστικής παραγωγικής βάσης της χώρας μας.

4. Η πολύπλευρη  κρίση της ελληνικής οικονομίας ανέδειξε με δραματικό τρόπο τα αδιέξοδα του κοινωνικοοικονομικού προτύπου που οικοδομήθηκε στη χώρα ύστερα από τη μεταπολίτευση. Πρότυπο που συστηματικά και μεθοδευμένα εξέθρεψαν τα κόμματα του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. που κυβέρνησαν τη χώρα, μαζί με την επιχειρηματική ολιγαρχία, τους μεγάλους προμηθευτές του δημοσίου και γενικά τα ισχυρά λόμπι, την ανώτατη νομενκλατούρα του ευρύτερου δημόσιου τομέα (διοικητικά συμβούλια εταιριών του δημοσίου, συνεταιρισμών σε ανώτατο επίπεδο, «επιτροπές», συνδικαλιστικά στελέχη).
Το εν λόγω πρότυπο χαρακτηριζόταν από :
-         Βαθμιαία διευρυνόμενες οικονομικές ανισότητες μεταξύ τάξεων και στρωμάτων καθώς και παράλογες εισοδηματικές ανισότητες μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων ή επαγγελματικών ομάδων. Η ίδια λογική των κραυγαλέων ανισοτήτων θεμελίωσε και το συνταξιοδοτικό σύστημα έτσι ώστε η άνιση σχέση υψηλότερης / χαμηλότερης σύνταξης να είναι πρωτοφανής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

-         Όχι μόνο ανοχή αλλά και επιβράβευση του άνομου πλούτου, σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης σε μικρή, μεσαία και μεγάλη κλίμακα, μια διαδικασία που δημιούργησε μια μεγάλη ομάδα υψηλού εισοδήματος που απολαμβάνει κέρδη τα οποία στην ουσία υπεξαίρεσε από το κοινωνικό προϊόν, τους κρατικούς πόρους –και κατά συνέπεια από το κοινωνικό κράτος που χρηματοδοτείται από τους κρατικούς πόρους- και τα συλλογικά αγαθά (πχ καταπατήσεις δασικής γης και αιγιαλού, κατασκευή αυθαιρέτων κοκ).

-         Παράδοση του δημοσίου στους προμηθευτές του δημοσίου και τους κατασκευαστές των μεγάλων έργων, που κυριολεκτικά στράγγισαν με κάθε τρόπο και με την πλήρη συνενοχή των κυβερνώντων τα δημόσια ταμεία.

-         Θεμελίωση ενός φορολογικού συστήματος, ακραία άνισου και προκλητικού, με ουσιαστική φορολογική ασυλία του πλούτου, ανοχή της παραοικονομίας και απίστευτη απομύζηση των εισοδημάτων από εργασία (φοροαπαλλαγές, φοροαποφυγή, φοροκλοπή, σχέση άμεσων/έμμεσων φόρων, μη τιμαριθμοποίηση κλιμακίων, κ.λπ.).

-         Κατασπατάληση του γλίσχρου δημόσιου χρήματος με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους για ίδιον όφελος των κυβερνώντων καθώς και για εξασφάλιση της διαιώνισής τους στην εξουσία (ρουσφέτια, διαπλοκή, διαφθορά, πελατειακό σύστημα εν γένει). Έχοντας πλήρη συνείδηση της κατάχρησης που κατ’ εξακολούθηση διέπρατταν φρόντισαν να έχουν το ακαταδίωκτο,  θεσμικά και κοινοβουλευτικά κατοχυρωμένο.

-         Μη παραγωγική χρησιμοποίηση των πόρων που εισέρρεαν από την ΕΕ με αποτέλεσμα η συμμετοχή των πόρων αυτών στη διαμόρφωση του ΑΕΠ να είναι μηδαμινή, πάντως, μακράν χαμηλότερη στην ΕΕ (κάτω του 1%).

-         Έλλειψη αναπτυξιακής λογικής στις επενδύσεις που περιορίζονταν σε έργα κατασκευών, εν πολλοίς, κατασκευών πολυτελείας για τους ολυμπιακούς αγώνες, χωρίς μέριμνα για τη μεταποίηση. Μάλιστα, έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να προωθήσουν την ιδιωτική κατανάλωση και τη ρεμούλα αντί να χρησιμοποιήσουν την ευκαιρία των χαμηλών επιτοκίων, λόγω ΟΝΕ, για παραγωγικές επενδύσεις και ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

-         -Αδιαφορία για την εκπόνηση Εθνικού Χωροταξικού  Σχεδίου, Εθνικού  Κτηματολογίου και Δασολογίου, που  θα έπρεπε να αποτελούν   βασικά εργαλεία για την ισόρροπη και αειφόρο Ανάπτυξη της χώρας. Έλλειμμα εθνικού και περιφερειακού προγραμματισμού και συνεχώς διευρυνόμενες περιφερειακές και ενδοπεριφερειακές ανισότητες

-         Ταύτιση της ανταγωνιστικότητας με το χαμηλό κόστος εργασίας χωρίς καμιά εστίαση στις νέες τεχνολογίες, τις καινοτομίες, την ποιότητα, την εκπαίδευση και την έρευνα.

-         Ασύδοτη, ολιγοπωλιακή διάρθρωση των αγορών, αχαλίνωτη κερδοσκοπία σε βάρος παραγωγών και καταναλωτών, απουσία δικτύων διανομής και εμπορίας από τους παραγωγούς, απουσία ή απαξίωση ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους.
Αναπόφευκτη συνέπεια όλων αυτών ήταν, η οικονομία να υπονομευτεί μέχρι χρεοκοπίας, η πολιτική και το δημόσιο να υποταχθούν στην οικονομική ολιγαρχία και να συγκεντρωθεί ο πλούτος σε λίγα χέρια ενώ, αντίστοιχα, η φτώχεια να διαχυθεί στους πολλούς.

5. Η ελληνική κοινωνία δεν συσπειρώνεται ούτε στη δικαίωση της κυβερνητικής πολιτικής και των απαιτήσεων των δανειστών της χώρας, ούτε στη δικαίωση των ενόχων της δημοσιονομικής κατάρρευσης. Η ανοχή της έχει εξαντληθεί.
Οι ευθύνες των κομμάτων του πελατειακού κράτους είναι τεράστιες και δεν διαγράφονται με επικοινωνιακά μέσα που έχουν τεθεί στην υπηρεσία της, με το αζημίωτο. Οι πολιτικές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που μας έφεραν στο χείλος της χρεοκοπίας, δεν πρέπει απλώς να εγκαταλειφθούν, πρέπει να ανατραπούν.
Υπάρχει δημοκρατική αριστερή διέξοδος από την κρίση.  Τώρα αξίζει να αναδειχθεί στη δημόσια συζήτηση ένα πακέτο προτάσεων, αντιπροτάσεων στην κυβερνητική πολιτική.
 Η ΔΗΜΑΡ επιμένει  – σε αντίθεση με τις διαβεβαιώσεις για το νεοφιλελεύθερο μονόδρομο και παρά τον αντισυστημικό αναχωρητισμό μεγάλων τμημάτων της αριστεράς – ότι υπάρχουν πολιτικές που ανοίγουν το δρόμο για δημοκρατική, αριστερή διέξοδο από τη σημερινή κρίση.
Ο εκτροχιασμός του ελλείμματος, η υπερδιόγκωση του χρέους παραλύουν κάθε δυνατότητα άσκησης κοινωνικής και επενδυτικής πολιτικής του κράτους και υποθηκεύουν για πολλά χρόνια τα έσοδα από τη φορολογία. Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες τοκογλυφικής αφαίμαξης του δημόσιου ταμείου η επιδείνωση είναι επιταχυνόμενη και η οικονομική επιβάρυνση που προκαλείται είναι πολύ δύσκολο να υποστηριχθεί.
Συνεπώς, ναι, το έλλειμμα πρέπει να μειωθεί σε διαχειρίσιμα επίπεδα.
Αλλά πώς; Το κεντρικό πρόβλημα – όχι το μοναδικό - είναι το άδικο και ανεπαρκές φορολογικό σύστημα. Γεμάτο πελατειακές εξαιρέσεις, αφήνοντας εκτός φορολογίας το 40% των δυνατοτήτων του, αφαιρεί περισσότερο εισόδημα από τα λαϊκά στρώματα με τη συνεχή αύξηση της έμμεσης φορολογίας. Αντί της μείωσης των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων  είναι επείγουσα ανάγκη η καθιέρωση καθολικών φορολογικών ρυθμίσεων και η εκ βάθρων ανασυγκρότηση των φορολογικών μηχανισμών. Επομένως, παραοικονομία και φοροδιαφυγή – νόμιμη και παράνομη – είναι οι πρώτοι στόχοι.
Εξοικονόμηση δαπανών μπορεί και πρέπει να γίνει. Όταν καθιερώνεται ευρωπαϊκός έλεγχος στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, δεν θα καθιερωθεί εσωτερικός έλεγχος από την κοινωνία που πληρώνει; Αυτό σημαίνει διαφάνεια και δημοσιότητα στις δαπάνες. Πολιτικές και νομοθετημένες εγγυήσεις για το πού θα μεταφερθούν οι εξοικονομούμενοι και οι νέοι πόροι. Διαφθορά, συναλλαγή, σπατάλη να τιμωρούνται τάχιστα γιατί κλέβουν από το εισόδημα των εργαζομένων και τις δυνατότητες κοινωνικού κράτους.
Άρα, απαιτούνται εγγυήσεις για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, πραγματικοί, αξιόπιστοι, αποτελεσματικοί έλεγχοι στη διαχείριση.
Το πελατειακό κράτος στις διεθνείς οικονομικές συνθήκες των τελευταίων δεκαετιών δεν υποβάθμισε μόνο την παραγωγική δραστηριότητα της χώρας, αλλά διέδωσε το υπερκαταναλωτικό μοντέλο που πλήττει περιβάλλον, πηγές ενέργειας, την ποιότητα της ζωής, που αναζητά πηγές φθηνής εργασίας. Οι πάσης μορφής και μεθόδου ιδιωτικοποιήσεις δεν περιορίστηκαν στις επιχειρήσεις του δημοσίου, αλλά υπονόμευσαν συστηματικά τα δημόσια αγαθά : Παιδεία, Υγεία, οργάνωση των πόλεων– όχι μόνο στο πεδίο των διατιθέμενων κονδυλίων αλλά και των αξιών. Βιώσιμη αναπτυξιακή προοπτική δεν μπορεί να είναι η συνέχιση και επέκταση του μοντέλου που καταρρέει.
Χρειάζεται, ριζική στροφή υπέρ αναπτυξιακών πολιτικών που προωθούν βιώσιμες παραγωγικές προοπτικές, τα δημόσια αγαθά και την πράσινη ανάπτυξη.
Η ΔΗΜΑΡ, εν συνόψει,  θεωρεί ότι το ξεπέρασμα  της κρίσης, θα κριθεί σε τρία μέτωπα:

·           Σην αποφυγή της χρεοκοπίας του δημοσίου και της κατάρρευσης της οικονομίας, που θα την πληρώσουν δραματικά όλοι, οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι νέοι.

·           Στην ανατροπή της άδικης κατανομής των βαρών σε βάρος των αδύνατων στρωμάτων, με την αύξηση των δημοσίων εσόδων μέσα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας και όχι μέσα από νέους έμμεσους φόρους καθώς και με την καταπολέμηση της ακρίβειας.

·           Στην υλοποίηση μιας αναπτυξιακής πορείας, που θα  τονώνει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων με τρόπο που σέβεται τα εργασιακά δικαιώματα, δημιουργεί απασχόληση, αυξάνει τα εισοδήματα, διασφαλίζει την αειφορία των πόρων, την προστασία του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής. Μιας αναπτυξιακής πορείας έξω από το πελατειακό σύστημα, υπέρ των πολιτών, μιας ανάπτυξης οικολογικής για τη βελτίωση της ζωής τους, με πλήρη σεβασμό στο περιβάλλον, με ουσιαστική παρέμβαση στο κράτος, στην Αυτοδιοίκηση με αποκέντρωση και στους θεσμούς, αλλά και στην οικονομία με στόχο την προώθηση δομικών μεταρρυθμίσεων, με δυναμική συμμετοχή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Αυτοί οι στόχοι δεν εξυπηρετούνται από τα πακέτα των κυβερνητικών μέτρων και  οι περισσότεροι ακυρώνονται. Ούτε και από τις «μαγικές» λύσεις και τη διγλωσσία της  ΝΔ, που παριστάνει ότι ξέρει τον τρόπο  για να ξαναδανειστεί η χώρα εντός του 2011 από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο.
Όλο και περισσότερες δυνάμεις της κοινωνίας αναζητούν διέξοδο. Δεν αρκούνται και δεν συσπειρώνονται μόνο στο αίτημα της κατάργησης των κυβερνητικών μέτρων. Μπορούν όμως να ενωθούν απαιτώντας και νέες πολιτικές. Γι αυτό, στόχος για την επόμενη περίοδο είναι η ριζική αλλαγή των  πακέτων των κυβερνητικών μέτρων στις κατευθύνσεις που η ΔΗΜΑΡ προτείνει.

6. Για την αντιμετώπιση και αποτροπή  των μέτρων λιτότητας, των σημερινών και αυτών που έπονται, αλλά και για την προώθηση και επιβολή αντιπροτάσεων και το σημαντικότερο για την αλλαγή αυτών των μέτρων απαιτείται η μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση των συνδικάτων και των εργαζομένων. Βεβαίως το συνδικαλιστικό κίνημα πόρρω απέχει από το να βρίσκεται στις καλύτερες στιγμές του.
Το ΠΑΜΕ, καταγγέλλοντας όλους συλλήβδην, προχωράει τον δικό του δρόμο, που έχει στην πράξη διασπάσει το συνδικαλιστικό κίνημα. Μοναδικός του στόχος να «τσιμεντάρει» τις δυνάμεις του ή /και να τις διευρύνει, αδιαφορώντας ή αφήνοντας στην πράξη στους άλλους, τους «ρεφορμιστές» ή «στους συνεργάτες κυβέρνησης και εργοδοσίας», να ασχοληθούν με βελτιώσεις, αλλαγές ή και ακύρωση μέτρων που θα προκύπτουν από ένα  μείγμα «προτάσεων, αγώνων, διαπραγμάτευσης».
Η ΠΑΣΚΕ, μέσα από τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις μεταξύ συνδικαλιστικής υπόστασης και κομματικής ένταξης των ηγεσιών της πλειοψηφίας των υπαρχόντων συνδικάτων, που ανήκουν σε αυτήν, αναζητά ισορροπίες μεταξύ διεκδικητικού αγώνα και στήριξης της κομματικής της επιλογής.
Στο ενδιάμεσο, ΔΑΚΕ και Αυτόνομη Παρέμβαση συνωθούνται και δρουν σπασμωδικά, ενώ είναι ακόμη νωπές οι μνήμες και  απτά τα αρνητικά αποτυπώματα από τις μέρες του 1985.  
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι να εμφανίζεται ένα  συνδικαλιστικό κίνημα, ως σύνολο, απολύτως αναντίστοιχο των ιστορικών απαιτήσεων της συγκυρίας και, βεβαίως, με μειωμένη αξιοπιστία στα μάτια των πολιτών που θα έπρεπε να συσπειρωθούν σε αυτό.

Η ΔΗΜΑΡ καλεί τον κόσμο της εργασίας στη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή, πρώτα απ΄όλα στα  πρωτοβάθμια σωματεία, για συλλογική διεκδίκηση και υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους που σήμερα πλήττονται βιαίως.
Όσες όμως πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις πιστεύουν και  διεκδικούν την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των αγώνων πρέπει να επιδιώκουν και την  μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση σε όλα τα επίπεδα της διάρθρωσης του συνδικαλιστικού κινήματος, υπολογίζοντας ότι αυτή δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει την ευρύτατη κινητοποίηση των συνδικαλιστικών δυνάμεων και των εργαζομένων που πολιτικά εκφράζονται ή έχουν εκφραστεί μέχρι τώρα από το ΠΑΣΟΚ.

4.3       Η κρίση του πολιτικού συστήματος


Η κρίση του  πολιτικού συστήματος δεν είναι απλώς η άλλη όψη της δημοσιονομικής κρίσης που ταλανίζει τη χώρα. Συνιστά ταυτόχρονα βασική γενεσιουργό αιτία της και κύριο  ανασταλτικό παράγοντα στην όποια προσπάθεια διεξόδου και ανάκαμψης. 

Η έλλειψη ενός ορθολογικού κοινωνικού συμβολαίου δυτικού τύπου, στη χώρα μας συνέτεινε στη δημιουργία ενός υποκατάστατου μηχανισμού διασφάλισης της κοινωνικής συναίνεσης. Αναπτύχθηκε ένα πολιτικό σύστημα με σχετικοποιημένη την ισχύ των νόμων και των θεσμών και παράλληλα ένα εκτεταμένο πλέγμα  διαπροσωπικών, εξωθεσμικών σχέσεων πολιτικών κομμάτων και πολιτικών με τους πολίτες. Οι  πελατειακές σχέσεις και η διάχυτη παραβατικότητα αποτελούν άτυπο, μεν, αλλά υπαρκτό και διαρκή παρόντα παράγοντα της σύγχρονης κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας.
Παράλληλα το κράτος στα χέρια των πολιτικών, απετέλεσε το βασικό μέσο «εξόφλησης των οφειλών» των πελατειακών σχέσεων. Είτε ικανοποιώντας, ως ένα σημείο,  πραγματικές ανάγκες του σε πολιτικό προσωπικό (ως εμβρυουλκός, διαχειριστής και επόπτης των κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων). Είτε λειτουργώντας  ως «αποθήκη πελατών», με μόνιμη, όμως, επιβάρυνση της κοινωνίας, με άχρηστα  λειτουργικά «έξοδα». Είτε διασφαλίζοντας, με αμοιβαίο συμφέρον, παντός τύπου και τρόπου σχέσεις συναλλαγής κομμάτων και πολιτικών με πολίτες.

Παράπλευρη συνέπεια αυτής της κατάστασης υπήρξε η ανάπτυξη του  «ατομικισμού» ως τρόπου κοινωνικής λειτουργίας (και μακροπρόθεσμα ως πολιτισμικού στοιχείου) των νεοελλήνων, καθώς και η τάση αντίστοιχης δραστηριοποίησής τους μέσα από οικογενειακές, συγγενικές, ομοιοεπαγγελματικές-συντεχνιακές  και προσωπικές σχέσεις και όχι μέσα από τους οργανωμένους και συνομολογημένους κοινωνικούς θεσμούς και κανόνες. Φυσιολογική επομένως, είναι, η σχετική αδιαφορία ή και περιφρόνηση  των νεοελλήνων πολιτών για τα τεκταινόμενα στο δημόσιο χώρο. Φυσιολογική, δυστυχώς, είναι και η συνεπαγόμενη αδυναμία τους να αποδεχτούν μεταρρυθμίσεις, που ενδεχομένως θα διαταράξουν το πλέγμα σχέσεων, μέσα από το οποίο εντάσσονται στη δημόσια σφαίρα. Οδυνηρή, σημερινή, συνέπεια είναι η αδυναμία «συνεννόησης» της κοινωνίας γύρω από τους  όρους και τις προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση. 

Παράπλευρη «απώλεια» αυτής της κατάστασης, υπήρξε η ανάπτυξη και επέκταση της διαφθοράς στο δημόσιο, καθώς  και η γενίκευση της  «συναλλαγής» ως αποτελεσματικής μεθόδου καλών  σχέσεων και επιτυχών δραστηριοτήτων  σ’ όλη την έκταση της δημόσιας σφαίρας. Πρώτοι και καλύτεροι «λειτουργοί» αυτών των επ’ ανταλλάγματι  σχέσεων, οι διαχειριστές  εξουσίας σ’ όλη την κλίμακα του κράτους, καθώς και θεσμοθετημένοι ή άτυποι «διαμεσολαβητές» στις σχέσεις μαζί του:  κόμματα εξουσίας, πολιτικό τους προσωπικό, ανώτερη νομενκλατούρα του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κρατικοδίαιτες συνδικαλιστικές ηγεσίες, ορισμένα ΜΜΕ. Η θέσπιση, ουσιαστικά, εκ των προτέρων  παραγραφής  των όποιων υπουργικών ευθυνών για πράξεις ή παραλείψεις τους, στη διάρκεια της θητείας τους, μετέτρεψε αυτή τη κατάσταση σε ελκυστικό περιβάλλον ασκήσεων ανομίας.
Η τάση προς έναν  υπερτροφισμό του πολιτικού συστήματος είχε ήδη διαφανεί με τη μεταπολίτευση, ιδιαίτερα μετά το 1981. Συνέβαλαν τα μάλα η μεταπολιτευτική υπερπολιτικοποίηση, καθώς και η «εθνική» συναίνεση στην πολιτική του κρατισμού που επικράτησε με τη μεταπολίτευση και ο λαϊκισμός του Α. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ. Με τη συνταγματική μεταρρύθμιση του 1985, δρομολογήθηκε παράλληλα και η διαδικασία ενίσχυσης των κοινοβουλευτικών κομμάτων ως μηχανισμών διαμεσολάβησης, η (ιδιοτελής) σχετική αυτονόμηση της  πολιτικής τους λειτουργίας, ως προς τις ανάγκες της κοινωνίας, ενώ δεν αναπτύχθηκαν θεσμικές δυνατότητες άσκησης λαϊκού ελέγχου των δραστηριοτήτων τους. Προς αυτή την κατεύθυνση λειτούργησαν οι πρωθυπουργοκεντρικές  συνταγματικές ρυθμίσεις, η μετέπειτα κρατική  χρηματοδότηση και στελέχωσή τους από το δημοσιοϋπαλληλικό δυναμικό, το ανεξέλεγκτο  της λειτουργίας και των πηγών χρηματοδότησής τους.

Εμπόδια ή άλλα προβλήματα στην άσκηση και τη γενίκευση αυτής  της ιδιότυπης και ιδιοτελούς, όσον αφορά τους διαχειριστές, λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος δεν υπήρχαν. Η κοινωνία απολάμβανε τα εφήμερα οφέλη της ένταξής μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ζούσε το καταναλωτικό όνειρο, φαντασίωνε   την ευκολία και το άκοπο αυτής της  «ανάπτυξης». Όλα τούτα, όσο το δημόσιο δανείζονταν, όσο οι πολιτικοί αποφάσιζαν και οι πολίτες ανέχονταν να υποθηκεύεται το μέλλον των  επομένων γενεών επ’ ωφελεία των σημερινών. Η κρίση ήρθε ως νομοτελειακή συνέπεια αυτής της διογκούμενης και μη αναστρέψιμης κατάστασης, όταν τα χρέη μεγάλωσαν και απαιτείται  η αποπληρωμή τους.
Η κρίση του πολιτικού μας συστήματος δεν τεκμαίρεται μόνο εκ του αποτελέσματος, τη χρεοκοπία στην οποία οδήγησε τη χώρα.  Είναι κρίση των δομών που συγκροτούν την αρχιτεκτονική του, κρίση των θεσμών που διασφαλίζουν τη λειτουργία του, κρίση των θεσμών-φορέων της  πολιτικής αντιπροσώπευσης, είναι κρίση δυσκυβερνησίας, είναι κρίση ηθική. Κυρίως όμως είναι κρίση απορρέουσα από τη γενικότερη κρίση του μοντέλου κράτους, για τη διαχείριση του οποίου αναπτύχθηκε και με το οποίο έχει συνδέσει την εξέλιξη και την αναπαραγωγή του.

Η έξοδος από την κρίση,  που συνεπάγεται τη λήψη αποφασιστικών μέτρων για τη δημοσιονομική εξυγίανση και γενναίων αναπροσανατολισμών στο πρότυπο και στις προτεραιότητες της  ανάπτυξης, δεν συνιστά εφαρμογή προκατασκευασμένων συνταγών, πολύ περισσότερο «πτήση» με αυτόματο πιλότο. Είναι μια κατ’ εξοχήν πολιτική διαδικασία, που προϋποθέτει την άρση της κρίσης του πολιτικού μας συστήματος. Προϋποθέτει, δηλαδή, τον εκδημοκρατισμό και την εξυγίανση της πολιτικής ζωής και των πολιτικών κομμάτων, όσο και κυρίως το ριζικό αναπροσανατολισμό των στόχων και της  οπτικής από την οποία απορρέει η πολιτική τους.    

Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται:
-ο εκδημοκρατισμός της λειτουργίας και η πλήρης διαφάνεια στα οικονομικά των κομμάτων, με ταυτόχρονη μείωση της κρατικής οικονομικής επιχορήγησής τους.
-η κατάργηση της πολιτικής ασυλίας και αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών, με αποκλειστικό έλεγχο της ποινικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης από τη δικαιοσύνη.
-η πλήρης διοικητική αυτονομία της δικαιοσύνης και ο αποκλεισμός κάθε δυνατότητας κυβερνητικής παρέμβασης στο έργο της. Ρυθμίσεις για την ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης 
 αυστηροποίηση και ουσιαστικοποίηση του «πόθεν έσχες» των βουλευτών, με έμφαση στο «πόθεν»
- η μείωση του προσωπικού, των εν γένει λειτουργικών εξόδων, δημοσιοποίηση όλων των πράξεων και πλήρης διαφάνεια στα οικονομικά της Βουλής και των βουλευτών.
- η καθιέρωση της απλής αναλογικής ως δικαιότερου εκλογικού συστήματος. Η αύξηση του αριθμού των εκλογικών περιφερειών με  διαίρεση των μεγάλων.
- η μετατροπή σε  ονομαστικές των  ανωνύμων  μετοχών  των εταιριών, οι τίτλοι του δημοσίου και τα άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα..


5          ΟΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ


Η ΔΗΜΑΡ προβάλλει σήμερα  το αίτημα ενός προτύπου ανάπτυξης, με γνώμονα την προστασία του περιβάλλοντος και την αειφορία για την παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας μας, με διεύρυνση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής. Οι στοχεύσεις και οι πολιτικές-μέτρα βρίσκονται στον αντίποδα της επιτάχυνσης της απελευθέρωσης των αγορών και της έντασης των ιδιωτικοποιήσεων.

5.1       Οι Στοχεύσεις

·        Ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης σε όλες τις πολιτικές και στην ανάδειξη της αειφορίας ως βασικού κριτηρίου των επιλογών σε όλους τους τομείς, στη γεωργία, τη βιομηχανία, τον τουρισμό, την ενέργεια και εν γένει στις υπηρεσίες.
·        Κοινωνία και οικονομία της γνώσης και της τεχνολογίας σε συνθήκες προϊούσας διεθνοποίησης. Στην αντιμετώπιση της περιθωριοποίησης και την   ολόπλευρη σύγκλιση με την ΕΕ.
·        Διασφάλιση κοινωνικού κράτους γενικής εφαρμογής, με αναδιανομή του εισοδήματος, με καταπολέμηση της ανεργίας στην κατεύθυνση της πλήρους απασχόλησης, με διαρκή βελτίωση της κοινωνικής προστασίας, ασφάλειας, υγείας και διαβίωσης, καθώς και με επέκταση της πρόσβασης στα  βασικά δημόσια αγαθά.

5.2       Οι Πολιτικές-Μέτρα


Οι πολιτικές που προωθεί η ΔΗΜΑΡ περιλαμβάνουν :

5.2.1        Οικολογία-Βιώσιμη ανάπτυξη


1α. Την σταθερή αντίληψη ότι από το δόγμα «το περιβάλλον κοστίζει»  πρέπει να περάσουμε στην αντίληψη ότι η «προστασία του περιβάλλοντος συμφέρει». Η πράσινη πολιτική δεν προωθείται απλά με εκθέσεις ιδεών και σχέδια. Απαιτεί συγκεκριμένες επιλογές προτεραιότητες και μέτρα.  Όλοι/ες εδώ κρίνονται  και πρώτα απ’ όλους η κυβέρνηση και το ΥΠΕΚΑ.
Την υιοθέτηση  της άποψης ότι η  «φτηνή ανάπτυξη», της οποίας τα αποτελέσματα βαραίνουν στο παρόν και στο μέλλον, έχει εξαντλήσει τα όριά της. Το πρότυπο της υπερεκμετάλλευσης έως και εξάντλησης του φυσικού, ιστορικού και κοινωνικού κεφαλαίου της χώρας, της μετατροπής του σε αντικείμενο αγοραπωλησίας και σε αδιέξοδο στοιχείο παραγωγής εισοδήματος καθώς και η αναπαραγωγή αυτού του προτύπου δεν είναι μόνο τεχνικά αδύνατη αλλά και ανεπιθύμητη.
Την επιδίωξη  της «ακριβής ανάπτυξης». Αυτή δηλαδή που δίνει έμφαση στην ποιότητα, στη δημιουργική και κοινωνικά ελεγχόμενη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, που ενσωματώνει εκ των προτέρων την προστασία του περιβάλλοντος.
Την υιοθέτηση  των αιτημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο τόσο για την αλλαγή των δεικτών (όπως το ΑΕΠ κλπ.) που «μετράνε» τα «οικονομικά επιτεύγματα», ώστε να περιλαμβάνουν και το «κόστος» ή το «όφελος» από την καταστροφή ή  εξοικονόμηση των φυσικών πόρων («πράσινοι δείκτες»), όσο και για οικολογικές απασχολήσεις είτε με τη μορφή της αύξησης των σχετικών θέσεων εργασίας είτε μ’ αυτή της «άτυπης εργασίας» καθώς και την ενθάρρυνση των υπηρεσιών εκτός αγοράς. Η  ανάγκη να προσμετράται στην τιμή των προϊόντων η χρήση των φυσικών πόρων, όπως και η επίδραση στο περιβάλλον και οι συνθήκες εργασίας, μπορεί να κωδικοποιηθεί σε συγκεκριμένους δείκτες και τα συνολικά αυτά κόστη να πάρουν την μορφή ενός «κοκκινοπράσινου ISO».

Την πολιτική αντίληψη ότι το τρίπτυχο της οικολογικής εγρήγορσης στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στην υδρόγειο απαιτεί:

·        Ριζικές αλλαγές στην περιβαντολογική νομοθεσία για την αλληλεγγύη με τη Φύση και το Παγκόσμιο Οικολογικό Σύστημα. Καθιέρωση ευθύνης για τους παραγωγούς ως προς το συνολικό κύκλο ζωής του προϊόντος τους, «από την κούνια ως τον τάφο», περιλαμβανομένων και των αποβλήτων. Ενίσχυση της πολιτικής ανακύκλωσης των υλικών. Υιοθέτηση περιβαλλοντικών φόρων και περιβαλλοντικών εισφορών από τις βιομηχανίες. Παροχή κινήτρων για ενθάρρυνση των θαλάσσιων και σιδηροδρομικών μεταφορών και αντίστοιχη μείωση των οδικών. Αύξηση των επενδύσεων στην ανάπτυξη της τεχνολογίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οικονομική ενίσχυση της βιολογικής γεωργίας.
·        «Ενεργειακή λιτότητα» με ανάπτυξη ήπιων, ανανεώσιμων πηγών (ήλιος, αέρας, κύματα, γεωθερμία, βιομάζα κλπ.) για την  Αλληλεγγύη στις επόμενες γενιές. Καταστολή της κατανάλωσης ορυκτών ενεργειακών πόρων με κάθε πρόσφορο τεχνολογικό και οικονομικό (ενεργειακός φόρος) τρόπο. Απόρριψη της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα και διεθνείς πρωτοβουλίες για την ακύρωση των σχεδίων για πυρηνικά εργοστάσια σε γειτονικές χώρες. Εισαγωγή φόρων για τη χρήση μη ανανεούμενων φυσικών πόρων. Επενδύσεις και αναπτυξιακά προγράμματα πρέπει να κρίνονται με βάση την επίδρασή τους στο περιβάλλον. Εισαγωγή αυστηρών κανόνων βιοηθικής στη γενετική τεχνολογία
·        Απόφαση για οριστική παύση  της φαραωνικής εκτροπής του Αχελώου, που πρέπει πάραυτα να σταματήσει.
·        Προτεραιότητα σε κάθε περίπτωση στο σιδηρόδρομο και τα μέσα μαζικής μεταφοράς και την  αποθάρρυνση  –θετικά ή/και  απαγορευτικά – της χρήσης του Ι.Χ. στο κέντρο των πόλεων που χρήζουν εξυγίανσης.
·        Ουσιαστική ανάδειξη της απόλυτης αναγκαιότητας για την πολιτική των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων για κάθε έργο, με αποτροπή της σύνταξής τους από τους ίδιους τους κατασκευαστές και με επιβολή και της δυνατότητας της «επιλογής μηδέν» (της άρνησης έγκρισης του έργου, και ενεργοποίησης της υποχρέωσης της αποκατάστασης του περιβάλλοντος μετά το τέλος των έργων ή της δραστηριότητας. Την αποτροπή της περαιτέρω οικοδόμησης πυκνοδομημένων περιοχών με υιοθέτηση νέας πολεοδομικής πολιτικής με μείωση – εκτός των άλλων – των συντελεστών δόμησης, πεζοδρομήσεις, κλπ. Την αντιμετώπιση  με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα του προβλήματος των  αυθαιρέτων, τα οποία να μπορούν να ενταχθούν σε σχέδια πόλεως μόνο εφόσον καταβληθεί το πλήρες κόστος που και οι «νόμιμοι» έχουν καταβάλει και αυτό της ένταξής τους και υπό την αίρεση αυστηρών περιβαλλοντικών πολεοδομικών και αισθητικών όρων. Την κατάργηση της εκτός σχεδίου δόμησης.

1β. Την πεποίθηση ότι η ανάγκη για πράσινη στροφή της οικονομίας δεν έρχεται σε μια λανθασμένη χρονική στιγμή. Αντίθετα, είναι μια ώριμη δυνατότητα για τον κόσμο της οικονομίας, που επιπλέον έχει πολύ μεγάλη κοινωνική αποδοχή. Την υποστήριξη ότι   σήμερα παρά τη μεγάλη συζήτηση, η στροφή στις ΑΠΕ καρκινοβατεί, με μεγάλους κινδύνους υστέρησης στις υποχρεώσεις της χώρας στα θέματα της κλιματικής αλλαγής, γεγονός που και οικονομικούς κινδύνους συνεπάγεται και  εντείνει την εξάρτηση της χώρας από τις συμβατικές πηγές ενέργειας, αλλά  και αφήνει τη χώρα έκθετη απέναντι στην «τρόικα», περιορίζοντας και εγκλωβίζοντας τις ενεργειακές της επιλογές.  
Η επί σειρά ετών αδυναμία των προηγούμενων κυβερνήσεων να ανταποκριθούν στη βασική ευρωπαϊκή υποχρέωση για απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, βάζοντας και τα σχετικά όρια στο πλαίσιο μιας πανευρωπαϊκής συζήτησης, οδήγησε στη σημερινή κατάσταση όπου οι απαιτήσεις της  Τρόικας και Κομισιόν  οδηγούν σε βίαιες και επικίνδυνες αλλαγές την περιβαλλοντική μεταρρύθμιση αναδιάρθρωσης του ενεργειακού συστήματος της χώρας. Κάποια από τα σενάρια απελευθέρωσης, μάλιστα, απειλούν να ανατρέψουν το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις ΑΠΕ» που η Ελλάδα εμπρόθεσμα κατέθεσε το καλοκαίρι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Είναι προφανές ότι οποιοδήποτε σενάριο που εμπεριέχει ως λύση την εκμετάλλευση των λιγνιτικών κοιτασμάτων σε Δράμα και Ελασσόνα ή την πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ σε ιδιώτες, εκτροχιάζει κάθε προσπάθεια βιώσιμης ανάπτυξης της χώρα μας και γιαυτό αποτελεί κόκκινη γραμμή για την ελληνική κοινωνία.
Στην  προοπτική της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας το Μάρτιο του 2011, και σε αντίθεση με τις σημερινές πρακτικές χειραγώγησης των τιμών ενέργειας η ρυθμιζόμενη  αγορά μπορεί να εγγυηθεί ένα σταθερό επενδυτικό περιβάλλον για τις ΑΠΕ και, σε συνδυασμό με  και με τη βιομηχανική πολιτική εξοικονόμησης ενέργειας,  μπορεί να ενισχύσει τη βιώσιμη ανάπτυξη και να  εξασφαλίσει το μακροπρόθεσμο όφελος των πολιτών  και των παραγωγικών  δυνάμεων αυτής της χώρας.
Έχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα η ΔΗΜΑΡ προτείνει:
·        Τη θεώρηση  ως ύστατης λύσης του σεναρίου ανταλλαγής μονάδων μεταξύ ΔΕΗ και αξιόπιστων ηλεκτροπαραγωγών. Και μόνο υπό την προϋπόθεση ύπαρξης αυστηρού χρονοδιαγράμματος απεξάρτησης της χώρας από το λιγνίτη και με ταυτόχρονο πρόγραμμα οικονομικοκοινωνικής και αναπτυξιακής αναπροσαρμογής των περιοχών εκμετάλλευσης του λιγνίτη.
·        Τη διασφάλιση της αποκλειστικής ιδιοκτησίας του Δημοσίου στους   μεγάλους Υδροηλεκτρικούς Σταθμούς
·        Τη διασφάλιση  της απρόσκοπτης ανάπτυξης των ΑΠΕ, εφαρμόζοντας κατ’ ελάχιστον τα προβλεπόμενα στο ‘ΕΣΔΑΠΕ’, καθώς και τον αναπτυξιακό χαρακτήρα του ενεργειακού μας μοντέλου με τη δημιουργία δεκάδων χιλιάδων νέων πράσινων θέσεων εργασίας.
·        Τη συμβολή  στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των Ελλήνων πολιτών, που δοκιμάζονται από την κρίση,  μέσω της παροχής ισχυρών φορολογικών κινήτρων για δαπάνες εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια.

. Την επιδίωξη της  ανάπτυξης ενός εναλλακτικού πόλου οικονομικής δραστηριότητας, της Πράσινης Κοινωνικής Οικονομίας, δηλαδή έναν χώρο της οικονομίας που βρίσκεται ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα της οικονομίας και στον οποίο διεξάγονται οικονομικές δραστηριότητες με κοινωνικούς σκοπούς και στόχους, δηλαδή δραστηριότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που παράγουν κοινωνικό και ατομικό όφελος. Η πράσινη κοινωνική οικονομία είναι μια εξελιγμένη μορφή κοινωνικής οικονομίας επιτυγχάνει σε μια κρίσιμη διπλή στόχευση: ενισχύει οικονομικά τους ασθενέστερους, εξασφαλίζοντας καλύτερους όρους προστασίας και βελτίωσης του περιβάλλοντος.
Απαραίτητο συμπλήρωμα αυτής της  νέας πολιτικής για την φύση που  η ΔΗΜΑΡ προωθεί είναι  η ενεργός συμμετοχή της κοινωνίας. Η Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση, σε συνεργασία με τους δήμους, τις οικολογικές οργανώσεις, τις πρωτοβουλίες της κοινωνίας πολιτών και τα εκατοντάδες κύτταρα των εθελοντικών ομάδων που εργάζονται για την προστασία της φύσης, μπορούν και οφείλουν να συνεργασθούν, δημιουργώντας μια κοινωνική συμμαχία για την Φύση και τον Πολιτισμό.

5.2.2        Δημόσια Διοίκηση


 Τη βαθιά τομή στο χώρο του δημόσιου τομέα, με δημόσια διοίκηση που θα μετατραπεί από τροχοπέδη κάθε παραγωγικής προσπάθειας σε αποφασιστικό αρωγό της και με νέο ρόλο των απαραίτητων δημόσιων επιχειρήσεων.
 Η μεταρρύθμιση, τεχνολογική, οργανωτική, διαδικασιών και πάνω απ’ όλα νοοτροπίας, ήθους και επαγγελματισμού. Η εισαγωγή εμπειρογνωμοσύνης και διαφάνειας, η εκρίζωση της διαφθοράς, του κομματισμού, της ευνοιοκρατίας και της γραφειοκρατίας, πρέπει να αποτελούν  κεντρικές πολιτικές.
Τα μέτρα δεν αρκεί να αποφασίζονται και να ψηφίζονται. Πρέπει κάποιος να τα εφαρμόζει και να τα υλοποιεί ώστε να αποδίδουν. Δεν υπάρχει στη σημερινή Ελλάδα τέτοιος διοικητικός μηχανισµός Το σημαντικότερο είναι ότι  ελλείπει παντελώς το  σύστημα ελέγχου σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, ποιοτικών προδιαγραφών, εφαρμογής κοινοτικής νομοθεσίας, ιχνηλασιμότητας, κλπ). Χωρίς ένα  σαφή, διαφανή, ενιαίο (όχι διεσπαρμένο σε διάφορες υπηρεσίες και Υπουργεία) και αποτελεσματικό ελεγκτικό μηχανισμό, οποιαδήποτε πολιτική, ακόμη και καλών προθέσεων, ακυρώνεται.
Η πλήρης μηχανοργάνωση και η επιβολή του διπλογραφικού συστήματος σε όλο τον δημόσιο τομέα αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση  για στοιχειώδη λειτουργία και έλεγχο. Δεν αποτελεί λεπτομέρεια. Όλες οι κυβερνήσεις της τελευταίας 20ετίας σε αυτήν αναφέρονται.  Δεν την έχουν προωθήσει μέχρι σήμερα.
Οι ανισότητες που υπάρχουν σε μισθούς και συντάξεις, οι αδιανόητες αδικίες, οι παραλογισμοί στην αξιολόγηση προσόντων και προσφοράς πρέπει να εκλείψουν. Η ΔΗΜΑΡ είναι υπέρ του ενιαίου, εξορθολογισμένου μισθολογίου, στο οποίο θα πρέπει να ενσωματωθούν τα επιδόματα. Πρέπει για όλους τους υπαλλήλους και λειτουργούς του δημοσίου πλαφόν δύο φορές το κατά κεφαλήν ΑΕΠ για τις συντάξεις (περίπου 45.000 ευρώ το χρόνο) και τέσσερις φορές το ΑΕΠ για τους μισθούς του δημόσιου τομέα (περίπου 90.000 ευρώ το χρόνο) – μηδενός εξαιρουμένου.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι χρειάζεται μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά του.  Η γενική πολιτική προσέγγιση και εξαγγελία της κυβέρνησης για  κατάργηση ή και ενοποίηση Οργανισμών κινείται  σε θετική κατεύθυνση. Καρκινοβατεί όμως η εφαρμογή και ένας μόνο φορέας στο διάστημα έχει καταργηθεί, στην όλη αυτή πορεία ελλοχεύει ο κίνδυνος  η διαδικασία αυτή να γίνει όχημα κατάργησης «ενοχλητικών» Φορέων (βλ. συζήτηση για κατάργηση του Οργανισμού Αθήνας)
 Οι αναδιαρθρώσεις, νέα επιχειρησιακά σχέδια, των μεγάλων Δημοσίων επιχειρήσεων πρέπει να προχωρήσουν.  Αυτές δεν είναι δυνατόν να εξαντλούνται μόνο και μάλιστα εκ των προτέρων σε μειώσεις μισθών και προσωπικού, που και αυτές οφείλουν να αντιμετωπισθούν με αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι αμοιβές  σε όλες  στις ΔΕΚΟ, από τον κλητήρα μέχρι τον διευθύνοντα σύμβουλο πρέπει να συνδέονται άμεσα με την ποιότητα του παρεχόμενου κοινωφελούς έργου. Πρέπει να υπάρχει  αντιστοίχηση των μισθών με την εργασία που παράγεται. Η ΔΗΜΑΡ έχει ταχθεί υπέρ της  ανασυγκρότησης  των επιχειρήσεων και όχι υπέρ του περιορισμού των υπηρεσιών που πρέπει να προσφέρουν στους πολίτες. Με την έννοια αυτή είναι  ριζικά αντίθετη στην περικοπή του μισού δικτύου του σιδηροδρόμου για  την εύκολη  περικοπή ελλειμμάτων, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται  για τμήματα που πρόσφατα ανακαινίσθηκαν με κοινοτικά κονδύλια.
  Από την άλλη η ΔΗΜΑΡ εξέφρασε την αντίθεσή της  με την οριζόντια παρέμβαση-περικοπή στους μισθούς των εργαζομένων στις 54 ΔΕΚΟ, που  αποτελεί πράξη που απειλεί με απορύθμιση τη λειτουργία των επιχειρήσεων, πέραν από την προφανή και απαράδεκτη υποβάθμιση των βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Το πλαφόν, που η κυβέρνηση επέβαλε,  θα στερήσει τις επιχειρήσεις από απαραίτητα κορυφαία στελέχη και το αυθαίρετο κατώφλι των μειώσεων θα οδηγήσει ευθέως σε μείωση των αποδοχών έως και 25%. 
Η κυβέρνηση όφειλε στοιχειωδώς να παρουσιάσει σχέδιο αναδιάρθρωσης και προοπτικής για κάθε ΔΕΚΟ χωριστά, στο οποίο θα μπορούσε να εντάξει και την αντιμετώπιση των όποιων ακροτήτων, και των μισθολογικών. Ακόμη και για τη σκοπιμότητα ύπαρξης μερικών από αυτές.  Και για τη λειτουργία και αναδιάρθρωση και προοπτική των ΔΕΚΟ, αλλά για κάθε μια ξεχωριστά, μπορεί και πρέπει να γίνει ενδελεχής  αναζήτηση. Γιατί ολόκληρη η ελληνική κοινωνία δεν είναι ικανοποιημένη. Αντ΄ αυτού, η κυβέρνηση προχώρησε ισοπεδωτικά και με γενικευμένες περικοπές, ερήμην επιχειρησιακών σχεδίων και προγραμμάτων αναδιάρθρωσης και αναδιοργάνωσης.

5.2.3       Αυτοδιοίκηση


Τη στρατηγική προσέγγιση της ΔΗΜΑΡ για σύγχρονη, αποτελεσματική, κοινωνικά χρήσιμη, ανοιχτή στη κοινωνία και τους πολίτες, αυτοδύναμη και ανεξάρτητη, τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση.
H ΔΗΜΑΡ είχε διατυπώσει δημόσια την εκτίμησή της, η οποία παραμένει επίκαιρη, παρά την αλλαγή του τοπίου μετά τις εκλογές, για την κρίση που διαπερνά την ελληνική αυτοδιοίκηση(κρίση αντιπροσωπευτικότητας, πολιτικού προσανατολισμού και προγραμματικών επιλογών, κρίση αξιοπιστίας, διαφθοράς και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος). Θεωρεί  αναγκαία τη δημιουργική ανασυγκρότηση του χώρου, με την παρουσίαση, πρώτα απ΄ όλα, ενός διαφορετικού υποδείγματος πρακτικής και συμπεριφοράς των αυτοδιοικητικών αρχών που αναδείχθηκαν με τη συμμετοχή και συμβολή των δυνάμεών της.
 Οι θέσεις της ΔΗΜΑΡ για το νέο θεσμικό πλαίσιο(Καλλικράτης), όπως  άρχισε να εφαρμόζεται από τις αρχές του 2011 συνοψίζονταν στα ακόλουθα:
 - Ιστορικά η θέσπιση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης και η καθιέρωση ισχυρών ΟΤΑ, αποτελούσε πάγια θέση της ανανεωτικής και δημοκρατικής αριστεράς.
- Τόσο η καθιέρωση των 7 γενικών διοικήσεων, όσο και η διατήρηση του αναχρονιστικού συστήματος της απόλυτης πλειοψηφίας του 65% στον πρώτο συνδυασμό, όσο και η αναπαραγωγή του δημαρχοκεντρικού συστήματος παίζουν αρνητικό ρόλο στην όποια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της αυτοδιοίκησης και τροφοδοτούν τις πελατειακές σχέσεις και τα ενδεχόμενα αδιαφανών επιλογών.
-Η   Αυτοδιοίκηση ακόμη παραμένει εγκλωβισμένη στην εξάρτηση της από την Κεντρική Διοίκηση όσο το ίδιο σύστημα των πόρων καθορίζεται απόλυτα από την κυβέρνηση και δεν συνδέεται με την λογική της φορολογικής αποκέντρωσης.
-Ο νέος νόμος κάνει πολύ σοβαρά βήματα, με την δημιουργία θεσμών που έχουν χαρακτήρα μορφών πραγματικής λαϊκής συμμετοχής, ενίσχυσης της συμμετοχής των πολιτών στην παραγωγή πολιτικών σε τοπικό επίπεδο και διαβούλευσης.
-Ο νέος νόμος λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη του τα νέα φαινόμενα που αναπτύσσονται στις τοπικές κοινωνίες με την πολυπολιτισμικότητα και την έντονη μεταναστευτική παρουσία. Προσπαθεί να διαμορφώσει το πλαίσιο για πιο συστηματικές, καθορισμένες και δεσμευτικές διαδικασίες, όπως και προσπαθεί να περιορίσει το καθεστώς αδιαφάνειας που μέχρι σήμερα επικρατεί.
 -Μια νέα δυναμική  διαμορφώνεται στον χώρο που αφήνει αρκετά περιθώρια για νέες κατακτήσεις στο επίπεδο της ενδυνάμωσης του ρόλου των τοπικών κοινωνιών.

Την αντίληψη ότι στο αυτοδιοικητικό τοπίο της χώρας, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου  «Τίποτα δεν θα είναι πια ίδιο με το χθες». Την πολιτική άποψη  ότι η αυτοδιοίκηση μπορεί να διαδραματίσει ένα πολύ σοβαρό ρόλο στην αντιμετώπιση, σε τοπικό επίπεδο, των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης εφαρμόζοντας πολιτικές κοινωνικής αλληλεγγύης και οικονομικής ανακούφισης των νοικοκυριών.

5.2.3.1  Δήμοι.

Στο χώρο των Καλλικρατικών Δήμων  παλιοί και νέοι δήμοι έχουν να αντιμετωπίσουν:
-την κατάρτιση νέων προϋπολογισμών, με δεδομένη την ανάγκη της περιστολής δαπανών και του εξορθολογισμού της διαχείρισης των περιορισμένων, πλέον πόρων.
-την  οργάνωση  από την αρχή των νέων Καλλικρατικών Δήμων,
-την σύσταση  νέων νομικών προσώπων ή και κοινωφελών  επιχειρήσεων,
- τη διασύνδεση των υφιστάμενων κτιριακών υποδομών με στόχο την καλύτερη και αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση του πολίτη,
-την οργάνωση δομών  ενίσχυσης της διαφάνειας και ανάπτυξης ενός ευρύτερου πνεύματος λαϊκής και κοινωνικής συμμετοχής και συναίνεσης,
-την  καθιέρωση  ποιοτικών  και αντικειμενικών  διαδικασιών  για όλες τις υπηρεσίες που θα παρέχουν από εδώ και εμπρός οι νέοι φορείς.

Η ΔΗΜΑΡ προτείνει για διαβούλευση και προβληματισμό στην Τοπική Αυτοδιοίκηση τις παρακάτω ιδέες:
-Οι προϋπολογισμοί να έχουν έντονα κοινωνικό χαρακτήρα, χαρακτήρα ενίσχυσης της κοινωνικής αλληλεγγύης σε τοπικό επίπεδο. Δεν είναι η ώρα για την κατασκευή μεγαλύτερων ή μικρότερων έργων, πέρα από τη συντήρηση των υφιστάμενων υποδομών. Τώρα είναι  η ώρα είτε της διεύρυνσης των κοινωνικών υποδομών, είτε της μεταφοράς ή και εξοικονόμησης πόρων για την ανακούφιση του οικογενειακού εισοδήματος και της τοπικής επαγγελματικής δραστηριότητας.
-Η τοπική αυτοδιοίκηση οφείλει να δημιουργήσει θεσμούς που να υπερβαίνουν το αμαρτωλό πελατειακό καθεστώς που επί χρόνια είχε καλλιεργηθεί. Θεσμούς ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και ενίσχυσης των αδύναμων, αυτών που κινδυνεύουν να βρεθούν στην ανεργία, αυτών που δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Οι θεσμοί αυτοί μπορεί να είναι από τους απλούς μηχανισμούς αλληλεγγύης όπως τα κοινωνικά παντοπωλεία, φαρμακεία κλπ, αλλά ακόμα μπορεί να είναι θεσμοί ανταλλαγής δεξιοτήτων και προσόντων μεταξύ των πολιτών, όπως η δημοτική κουζίνα αλληλεγγύης, ή ακόμα περισσότερο θεσμοί που αποκαθιστούν την ηθική βάση στην λειτουργία του τραπεζικού συστήματος (πχ δημοτική ηθική τράπεζα για τους απειλούμενους από ανεργία κλπ)
- Η  υποχρέωση στην αυτοδιοίκηση να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της, εγκαθιστώντας συστήματα διοίκησης ολικής ποιότητας, αντικειμενικές διαδικασίες και αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις εξυπηρέτησης των πολιτών, με την ανάπτυξη διαδικασιών και θεσμών λαϊκής και κοινωνικής συμμετοχής, δίνοντας αποφασιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα (νέοι, επαγγελματοβιοτέχνες κλπ), πιστοποιώντας συστήματα ενίσχυσης της διαφάνειας όπως η καθιέρωση του απολογισμού ανά έργο, όπως ο εξορθολογισμός των δαπανών για την εκτέλεση έργων ή ακόμα η καθιέρωση του πόθεν έσχες ετήσια για ΟΛΟ το αιρετό σώμα και τους διευθυντές και υπαλλήλους των υπηρεσιών μέσω της σύνδεσης της φορολογικής δήλωσης όλων των πολιτών με τη λογική του πόθεν έσχες.
  Τοπική αυτοδιοίκηση  πρέπει να κατασκευάσει νέους  οργανισμούς εσωτερικών υπηρεσιών που να είναι σύγχρονοι, να ενισχύουν την αποτελεσματικότητα και να χτυπούν στην ρίζα της κάθε μορφή γραφειοκρατίας, με διευθύνσεις προγραμματικού χαρακτήρα, με πλήρη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και των δεξιοτήτων του, με την καθιέρωση του προσοντολόγιου και της περιγραφής εργασιών ανά τμήμα, γραφείο και διεύθυνση.
- Η επανεκτίμηση  του ρόλου των νομικών προσώπων και των δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων. Αν χρειάζονται πλέον οι δημοτικές κοινωφελείς ή αν θα πρέπει όλες οι παράλληλες δραστηριότητες να αναπτυχθούν από αυτοτελή νομικά πρόσωπα. Είναι όμως σκόπιμο όπου υπήρχαν ανώνυμες αναπτυξιακές εταιρείες αυτές να αξιολογηθούν ώστε να κριθεί ποιες πρέπει να διατηρηθούν γιατί μπορεί να επιτελέσουν σοβαρό αναπτυξιακό έργο.
- Η ενεργοποίηση και έμπρακτο ενδιαφέρον  της αυτοδιοίκησης να μπουν στις δραστηριότητες της πράσινης ανάπτυξης με την μορφή της εξοικονόμησης πόρων, της δημιουργίας νέων βιώσιμων θέσεων εργασίας, της μείωσης του κόστους για την παροχή υπηρεσιών, της αξιοποίησης των φυσικών πόρων των περιοχών.

5.2.3.2  Περιφέρειες


 Στον χώρο των αιρετών  Περιφερειών,   που μόλις άρχισαν να λειτουργούν  και όπου η   διάκριση και η  μεταφορά εξουσιών με το νομοθετικό πλαίσιο παραμένει άτολμη και συγκεχυμένη, τα πολλαπλά  προβλήματα, είναι  αδύνατον  να ξεπερασθούν  στο πρώτο δοκιμαστικό εξάμηνο. Αν στα προβλήματα αυτά προστεθεί    το μεγάλο θέμα της επανασύνδεσης και λειτουργικής ένταξης, μετά τις   μετακινήσεις, αποσπάσεις  και μετατάξεις,   του μεγαλύτερου μέρους των υπαλλήλων στις νέες διοικητικές μονάδες, είναι βέβαιο ότι το 2011 δύσκολη, και σχεδόν  χαώδης κατάσταση θα διέπει τη λειτουργία των περιφερειών.
Η υπέρβαση όμως επιβάλλεται να γίνει και προς τούτο απαιτείται:
- Στρατηγική ενδυνάμωσης της αναπτυξιακής διαδικασίας στο πλαίσιο ενός εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού και εδραίωσης  των διαδικασιών Δημοκρατικού Προγραμματισμού. Το πρόγραμμα των  Δημοσίων Επενδύσεων όσο μειωμένο και είναι πρέπει να υλοποιηθεί, χωρίς  απώλειες από κρούσματα διαφθοράς και διαπλοκής,   και να αναζωογονήσει την  αναπτυξιακή διαδικασία,  όπως επίσης πρέπει να επιταχυνθεί η διαδικασία   υλοποίησης  των έργων και δράσεων του  ΕΣΠΑ.
- Επαναπροσδιορισμός και αποσαφήνιση  για το ποιες αρμοδιότητες αποκεντρώνονται και ποιες αρμοδιότητες παραμένουν στην κεντρική διοίκηση, Θα πρέπει μέσα από τη σωστή διάρθρωση των υπηρεσιακών μονάδων της Περιφέρειας, και κυρίως μέσα από τη συγκρότηση Γενικών Διευθύνσεών της, να επιτυγχάνεται: Ενιαίος τρόπος αντιμετώπισης των θεμάτων. Αποτελεσματικότητα – Ταχύτητα στη διεκπεραίωση των θεμάτων. Καλύτερη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών, Ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών. Ορθολογικός σχεδιασμός και προγραμματισμός των ενεργειών και έργων στη Περιφέρεια. Αντικειμενική και ενιαία αξιολόγηση του προσωπικού και των υπηρεσιών. Ορθολογικότερη κατανομή αυτών και οικονομία δυνάμεων.

5.2.4       Φορολογική μεταρρύθμιση


Τη δημοκρατική φορολογική μεταρρύθμιση, που συνίσταται στην αναλογική και προοδευτική συμβολή όλων των πολιτών, που πρέπει να περιλαμβάνει και τον αρνητικό φόρο εισοδήματος για νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.
Τη λειτουργική ανασυγκρότηση  των φοροεισπρακτικών μηχανισμών προκειμένου να αποκατασταθεί η φορολογική ισότητα και να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα με την η άμεση ενίσχυση των εισπρακτικών υπηρεσιών των ΔΟΥ και ορισμός ποσοτικών στόχων για την μείωση της παραοικονομίας, της απώλειας εσόδων από φόρους που δεν εισπράττονται.
Την επανεξέταση του συνόλου των φορολογικών ελαφρύνσεων από μηδενική βάση., Την εξοικονόμηση πόρων μέσα από τον περιορισμό στο ελάχιστο του τερατώδους μηχανισμού μεταφοράς εισοδημάτων υπό τη μορφή κινήτρων, επιδοτήσεων, επιχορηγήσεων και φοροαπαλλαγών. Ιδιαίτερες περιοχές αναζήτησης πόρων η φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, η εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία και οι φοροαπαλλαγμένες εμπορικές συναλλαγές τους, όλοι όσοι απέκτησαν μεγάλες περιουσίες τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Την πάταξη του λαθρεμπορίου καυσίμων και του παραεμπορίου.
Τη μείωση ΦΠΑ σε είδη διατροφής ζωτικών στη διαβίωση στο 6.5% και την αύξηση στα είδη υπερπολυτελούς διαβίωσης πέραν του 23%.

5.2.5       Εξοικονόμηση πόρων για την ανάπτυξη

Την ενίσχυση του αναπτυξιακού ρόλου του προϋπολογισμού. Αντί της περικοπής- φέτος η χώρα θα έχει το χαμηλότερο ΠΔΕ από το 2001 και έπειτα, ως ποσοστό του ΑΕΠ (3,7%)-,το ΠΔΕ πρέπει να ενισχυθεί και να αποκτήσει πολυετή χαρακτήρα. Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η αξιοποίηση των διαθεσίμων από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία τα επόμενα τρια χρόνια. Η χώρα χάνει σημαντικό μέρος των κοινοτικών εισροών που της αναλογούν, ακυρώνοντας το όποιο θετικό αποτέλεσμα επίπονων δημοσιονομικών διαπραγματεύσεων για μικροποσά και μάλιστα με υψηλό διαπραγματευτικό τίμημα.

Την  αναπροσαρμογή του ΕΣΠΑ καθώς και την εφαρμογή συστημάτων ουσιαστικής και όχι γραφειοκρατικής αξιολόγησης της αναπτυξιακής και της κοινωνικής αποτελεσματικότητας των δαπανών. Πρέπει να καταβληθεί εργώδης προσπάθεια για αύξηση της απορροφητικότητάς του(  για το τέλος του 2010 αναμένονταν  να φτάσει στο 15%. Απομένουν πέντε χρόνια ακόμη και  ενώ  τα κονδύλια του ΕΣΠΑ για την ενίσχυση της απασχόλησης παρουσιάζουν μέσο σταθμικό όρο συνολικής απορρόφησης μόνο 6.2%). Αναπτυξιακοί άξονες προτεραιότητας θα μπορούσαν να ήταν η ενίσχυση της πράσινης οικονομίας, του πολιτιστικού-τουριστικού συμπλέγματος, της ποιοτικής αγροτικής παραγωγής με  πρωταρχική φροντίδα την  στήριξης της εργασίας

Την στενότητα διάθεσης πόρων του δημοσίου την περίοδο αυτή   για χρηματοδότηση αναγκαίων έργων και συνακόλουθη επίδραση στην αύξηση της απασχόλησης θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η επέκταση της χρονικής διάρκειας των παραχωρήσεων εκμετάλλευσης του αεροδρομίου Ελ. Βενιζέλος, της Αττικής Οδού, της Γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, όχι απλώς για την αυτόματη αύξηση της εταιρικής συμμετοχή του δημοσίου,  άρα και τη συμμετοχή στα έσοδα, αλλά κυρίως για τη δυνατότητα  ενεργοποίησης  συγκεκριμένων αναγκαίων έργων μέσω ΣΔΙΤ, όπου η συμμετοχή του δημοσίου θα είναι αυτά τα τιτλοποιούμενα, με ένα τρόπο, μελλοντικά έσοδα. (εδώ είναι αναγκαία η επισήμανση ότι το θεσμικό πλαίσιο των συμβάσεων παραχώρησης, τα διαδικαστικά και  τεχνικά για την παραγωγή και εκμετάλλευση δημοσίων έργων απαιτούν αναμφισβήτητα  αναθεώρηση)

Κάτω από την πίεση της οικονομικής κατάστασης της χώρας, οι αμυντικές δαπάνες εμφανίζουν τα τελευταία χρόνια σταθερή μείωση. Γιαυτό και αίσθηση αποτελεί το γεγονός ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας προβλέπονται αυξημένα το 2011 (σε ταμειακή βάση) κατά 100 εκατ.  Υπάρχουν περιθώρια για ουσιαστικές ακόμη περικοπές σε μέσα και οπλικά συστήματα, που δεν εξυπηρετούν την αμυντική θωράκιση της χώρας, αλλά εντάσσονται στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ.

5.2.6       Ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση της ενέργειας

Την αναγκαιότητα της αλλαγής  ενεργειακού προτύπου, που συνδυάζεται  με την επίτευξη  των τριών 20% (ΑΠΕ, εξοικονόμηση, μείωση του διοξειδίου του άνθρακα).
Οι θετικές επιπτώσεις της εξοικονόμησης ενέργειας και της εκμετάλλευσης των ΑΠΕ στην αύξηση της απασχόλησης, στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του παραγωγικού συστήματος και στην ποιοτική και βιώσιμη ανάπτυξη δεν αμφισβητούνται. Επιπλέον αυτή η βιομηχανική δραστηριότητα παρουσιάζει «αντικυκλικό» χαρακτήρα. Αυτός ο βιομηχανικός τομέας, αποτελεί ατμομηχανή σημαντικής οικονομικής ανάκαμψης  και σε αρκετές χώρες έγινε «άνυσμα» για τον μετασχηματισμό, σε βιώσιμη κατεύθυνση, του παραγωγικού συστήματος.
Η πρόκληση αυτή φέρνει στην επιφάνεια προβλήματα  στρατηγικής θεώρησης,  ώστε  να μην μετασχηματισθεί η ενεργειακή εξάρτηση και σε εξάρτηση για ενεργειακές τεχνολογίες καθώς και για την εκμετάλλευση του διάχυτου στη χώρα πλούτου των ΑΠΕ. Πρόκειται για προβλήματα που σχετίζονται:
- με τη διαμόρφωση κανόνων και προτύπων, που από τη μια θα ισχύουν για όλη την επικράτεια και από την άλλη θα διασφαλίζουν συμμετοχή και ρόλους στις ισχυρές πλέον αυτοδιοικήσεις για την καλύτερη προσαρμογή των επιλογών στο τοπικό περιβάλλον και στις ανάγκες της περιοχής.
- με την  παραγωγή από ΑΠΕ, που πρέπει να στοχεύει στην μεγέθυνση της παραγωγής από  διάχυτη εγκατάσταση ΑΠΕ, καθώς και σε μια  δικαιότερη ανακατανομή του ενεργειακού πλούτου της χώρας.
- με  τη αναγκαιότητα αντιμετώπισης υποδομών, που δεν είναι μόνο υλικές όπως η επείγουσα αλλαγή της αρχιτεκτονικής του συστήματος μεταφοράς και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας που υποχρεώνει  η διάχυτη παραγωγή από ΑΠΕ, αλλά και υποδομές όπως οι επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία που είναι αναγκαίες ώστε η ενέργεια από ΑΠΕ να  γίνει ανταγωνιστική με εκείνη από παραδοσιακές πηγές. Έτσι που η επιδότηση, που προκύπτει από την συνεισφορά του συνολικού πληθυσμού της χώρας, να μην γίνει αβάσταχτη για τον ίδιο.
Εκείνο που θα έπρεπε να προωθηθεί  αμέσως– μια και η ενέργεια χρησιμοποιείται στην Ελλάδα σπάταλα-  σε συνδυασμό με το πρόγραμμα των ΑΠΕ, είναι το «Εθνικό Πρόγραμμα για αύξηση της αποτελεσματικότητας της χρήσης της ενέργειας ή διαφορετικά για την ορθολογική χρήση και την εξοικονόμηση της ενέργειας», που θα συνέβαλε να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας στη χώρα κατά 25% Μτιπ, σε σχέση με την τάση κατανάλωσης το 2020. Αυτή η επιλογή  θα οδηγούσε στη δημιουργία πολλών δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας –προσθετικές στις αντίστοιχες χιλιάδες των ΑΠΕ- μέχρι το 2020, μια και η εξοικονόμηση είναι έντασης εργασίας και με τεχνολογίες  που σε μεγάλο βαθμό μπορεί να παραχθούν στην χώρα.
Παράλληλα με αυτό θα βάδιζε και το σχέδιο των ΑΠΕ, με τριπλό όφελος:
-Μείωση του συνολικού κόστους του 20%, μια και το συνολικό μέγεθος  αναφοράς θα ήταν μικρότερο
-Εξοικονόμηση πόρων για έρευνα και καινοτομία σε αυτό τον τομέα, μια και αυτές οι τεχνολογίες, στην τεράστια πλειοψηφίας τους, είναι εισαγόμενες και έντασης κεφαλαίου.
-Διασφάλιση των προϋποθέσεων για την παραγωγή των πιο προσαρμόσιμων στη χώρα τεχνολογιών και την δυνατότητα πραγματικού εκσυγχρονισμού του παραγωγικού συστήματος της χώρας και μιας πιο ουσιαστικής απασχόλησης

5.2.7       Αναπροσανατολισμός παραγωγής και υπηρεσιών


Την αντιμετώπιση του υπέρογκου ελλείμματος του ισοζυγίου συναλλαγών και του εμπορικού ισοζυγίου(σταθερά αρνητική πρωτιά στην ΕΕ). Το έλλειμμα αυτό αντανακλά δομικά προβλήματα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
 Η χώρα παράγει προϊόντα και υπηρεσίες που δεν καταναλώνονται ούτε στο εσωτερικό και αντιθέτως εισάγει άλλα ή ομοειδή συνεχώς. Αυτό σημαίνει είτε λαθεμένες επιλογές παραγωγικών προτύπων είτε υψηλό κόστος παραγωγής. Τραγική συνέπεια είναι ότι διαρκώς επιχειρήσεις κλείνουν και η ανεργία εκτινάσσεται στα ύψη.
Η πολιτική επιλογή πρέπει να εστιάζεται πρώτα απ’ όλα στον εντοπισμό των τομέων παραγωγικής δραστηριότητας που είναι σε θέση να αποτελέσουν πόλους ανάπτυξης για τη χώρα ή εστίες συγκριτικού πλεονεκτήματος μέσω παραγωγικών και τεχνολογικών εξειδικεύσεων που ταυτόχρονα θα σέβονται το περιβάλλον. Στις γενναίες επενδύσεις στην παιδεία, στην επιστημονική έρευνα, στην στήριξη της πλήρους απασχόλησης, στη σταθερή και ποιοτική εργασία και με ικανοποιητικούς μισθούς.

Η χώρα οφείλει να στηρίξει την επιχειρηματικότητα, να δώσει τη μάχη της ανταγωνιστικότητας στο πεδίο της καινοτομίας και της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών, που ενσωματώνουν τεχνολογικό προβάδισμα και υψηλή προστιθέμενη αξία. Να ενθαρρύνει τις  ομάδες παραγωγών και της συλλογικής επιχειρηματικής δράσης των νέων, που μπορούν να επινοούν και να προσφέρουν νέα προϊόντα, ικανά να κερδίσουν μια θέση στις διεθνείς αγορές.

-Τον σχεδιασμό μιας πολιτικής μεσοπρόθεσμης απόδοσης για τον Τουρισμό που θα πρέπει να περιλαμβάνει:
Την άμεση σύνδεση του Τουρισμού με τις ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος (έργα βελτίωσης του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής στις τουριστικές περιοχές, σαφής καθορισμός χρήσεων γης και αυστηρών όρων δόμησης για τουριστικές εγκαταστάσεις, τήρηση των ορίων της φέρουσας ικανότητας των περιοχών, προτεραιότητα στην ανάπτυξη όσων εναλλακτικών μορφών τουρισμού έχουν περιορισμένο περιβαλλοντικό κόστος,  απαγόρευση της τουριστικής δόμησης στις ήδη φορτισμένες τουριστικές περιοχές)
Την  προτεραιότητα  στην  ανάπτυξη πολιτιστικού τουρισμού και στην ενσωμάτωση στο τουριστικό προϊόν της Χώρας  των πολιτιστικών στοιχείων της κάθε περιοχής 
Την ανακούφιση των τουριστικών περιοχών με την επίσπευση της δημιουργίας των αναγκαίων έργων γενικής υποδομής και την εφαρμογή προγραμμάτων ανάπλασης των φορτισμένων τμημάτων τους
Την προσαρμογή της διαφημιστικής παρουσίας της Χώρας στο εξωτερικό στα πορίσματα ερευνών αγοράς και  σχεδίων μάρκετινγκ
Τη σύνδεση της παραγωγής των άλλων παραγωγικών τομέων, και ιδιαίτερα των προϊόντων του πρωτογενούς τομέα,  με τον Τουρισμό
Την η αναθεώρηση  της τουριστικής εκπαίδευσης και κατάρτισης
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η Χώρα θα πρέπει να υπερβεί τις κοντόφθαλμες συγκρούσεις φορέων και αρμοδιοτήτων και να θέσει σε εφαρμογή ένα στοχευμένο Σχέδιο Διαχείρισης Κρίσης, που να την βάλει και πάλι στην καρδιά των αγορών του Τουρισμού, και που να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικά μέτρα στήριξης της Απασχόλησης.

-Την ιδιαίτερη συντονισμένη  προσπάθεια, μέσα και από σειρά κινήτρων  πρέπει να  καταβληθεί για την ενίσχυση της ναυτιλίας και την στροφή σε ελληνικά πληρώματα, αλλά κυρίως προς  την  ενθάρρυνση του εκσυγχρονισμού του ναυπηγοεπισκευαστικού κλάδου με την συμμετοχή  του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου. Όταν «κτίζεται» μεγάλος αριθμός νέων πλοίων από έλληνες εφοπλιστές σε γειτονική χώρα είναι αδιανόητο να μην καταβάλλεται καμία απολύτως στοχευμένη πρωτοβουλία για την προσέλκυσή τους στη χώρα μας.

-Την  ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, για τη μείωση της εξάρτησης της χώρας μας από τους μεγάλους κατασκευαστές σύγχρονων οπλικών συστημάτων, αλλά και για τη δημιουργία ενός πεδίου εφαρμογής καινοτομιών.

-Τη διαμόρφωση ενός ισχυρού πυλώνα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα υπό τον έλεγχο του δημοσίου, που θα περιλαμβάνει την Εθνική, όπου το δημόσιο επανακτά το κρίσιμο πακέτο μετοχών για τον ουσιαστικό έλεγχό της, και τις λοιπές τράπεζες δημόσιου συμφέροντος ΑΤΕ, ΤΤ, και Ταμείο παρακαταθηκών και δανείων Στόχος η εξασφάλιση της ομαλής ροής του χρήματος και της χρηματοδότησης της οικονομίας, η συμπίεση των επιτοκίων.
Τη διευκόλυνση με νομοθετική ρύθμιση, της επέκτασης του θεσμού των συνεταιριστικών τραπεζών.
Νέο θεσμικό πλαίσιο εποπτείας και ελέγχου του τραπεζικού και γενικότερα του χρηματοοικονομικού συστήματος στη βάση του κοινωνικού ελέγχου για την προστασία του οικονομικού συστήματος και του πολίτη.

-Την ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με ενίσχυση για απρόσκοπτη ροή της χρηματοδότησής τους, με νομοθετική κατάργηση των καταχρηστικών πρακτικών και χρεώσεων των τραπεζών, με οργάνωση και έλεγχο του τομέα παροχής υπηρεσιών, με συλλογική συμμετοχή τους στις κρατικές προμήθειες.
Σημαντικές χρηματοδοτήσεις πρέπει, επίσης, να στραφούν από το τρέχον ΕΣΠΑ για  την ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού τους και τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων τους.

-Το άνοιγμα όλων των  κλειστών επαγγελμάτων.
Είναι προφανές ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις και διατάξεις που θα αφορούν το κάθε επάγγελμα ξεχωριστά απαιτούν την ιδιαίτερη εξέτασή τους.

5.2.8       Αγροτική ανάπτυξη

Την πρωταρχική κρατική μέριμνα για την οργάνωση και ανάπτυξη στοχευμένης πολιτικής γης, με σαφή καθορισμό των χρήσεων γης σε όλη την επικράτεια, με στόχο τη διατήρηση της αγροτικής γης και την περιβαλλοντική της προστασία.
 Τη ριζική αναδιάρθρωση του τρέχοντος και μελλοντικού Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης με μεταφορά/ενίσχυση των πόρων του, για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, των μεταποιητικών μονάδων αλλά και των δικτύων εμπορίου και διακίνησης αγροτικών αγαθών, ώστε να προωθηθούν κατά προτεραιότητα οι επενδύσεις, η καινοτομία, τα νέα παραγωγικά συστήματα, η αποτελεσματική προστασία του αγροτικού περιβάλλοντος.
Την επιδίωξη της πολυλειτουργικότητας του αγροτικού τομέα, με έμφαση στην προστασία και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στον αγροτικό τομέα, την περιφερειακή ισορροπία, την εξωστρέφεια της αγροτικής παραγωγής, την ενίσχυση των συνεργιών με άλλες πολιτικές (περιβάλλοντος, διαρθρωτικές, τουρισμού, μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις, εμπορίου, καταναλωτή κλπ).
Τη στήριξη του γεωργικού εισοδήματος με αναβάθμιση και προώθηση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων, την εξασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων με ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό σύστημα ελέγχων και ιχνηλασιμότητας των αγρο-διατροφικών προϊόντων.
 Την προώθηση ενιαίου σήματος ποιότητας με πολύ υψηλές προδιαγραφές με βάση τη ζήτηση σε ευρωπαϊκή και διεθνή ποιοτική αγορά για όλα τα ελληνικά προϊόντα που θα συγκεντρώνουν αυτές τις δυνατότητες με  ειδική μέριμνα για την αποτροπή ελληνοποίησης υποβαθμισμένων προϊόντων από τρίτες χώρες.
Τη στοχευμένη και συνεπή ενίσχυση της κτηνοτροφίας και των προϊόντων της, κύριας πηγής εισοδήματος αγροτικού πληθυσμού, ιδίως σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν άλλες πηγές απασχόλησης και διαθέτουν δυνατότητες ανάδειξης πολλών συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων, ώστε να ανατραπεί η μεγάλη εξάρτηση της χώρας από αντίστοιχες εισαγωγές.
Την κατάργηση όλων των προνομίων που έχουν οι υπάρχοντες αγροτικοί  συνεταιρισμοί με πρώτο στόχο την διάλυση όλων των συνεταιρισμών σφραγίδα και διαχειριστικός έλεγχος τόσο στους πρωτοβαθμίους όσο και στους δευτεροβάθμιους και τριτοβάθμιους(ειδικά στην ΠΑΣΕΓΕΣ) και τελικό στόχο την εξυγίανση και πλήρη ανασυγκρότηση των αγροτικών συνεταιρισμών, ώστε να μετατραπούν σε πραγματικά επιχειρηματικούς φορείς όλων των αγροτών και να μην λειτουργούν ως το «μακρύ χέρι του Κράτους»,  την προώθηση της συμβολαιακής γεωργίας και της οργάνωσης των αγροτών σε ομάδες παραγωγών.
Τη θέσπιση αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης των κρίσεων με μέτρα ασφάλισης της παραγωγής και του αγροτικού εισοδήματος, με γενναία στήριξη από κυρίως κοινοτικούς αλλά και εθνικούς πόρους.

5.2.9       Απασχόληση

Την αξιοπρεπή απασχόληση για όλους/ες. Εργασιακές σχέσεις και συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας που παρέχουν στους εργαζόμενους, Έλληνες και μετανάστες, σιγουριά και διαμορφώνουν όρους δημιουργικής και υπεύθυνης απασχόλησης, που ευνοούν τη συλλογικότητα, τη συνεργασία, την ανάληψη ευθυνών και την αλληλεγγύη. Προγράμματα κατάρτισης που να μην είναι φάμπρικα απορροφητικότητας κοινοτικών πόρων, αλλά που να τους δίνουν αληθινές γνώσεις, χρήσιμες για να αναλάβουν τις νέες θέσεις εργασίας - όταν αυτές δημιουργηθούν.
Την επανατοποθέτηση της εργασίας  στο κέντρο της πολιτικής πρακτικής.  Είναι αναγκαίος ένας ευρύτατος δημόσιος διάλογος για ανάδειξη και υπεράσπιση από το σύνολο του κοινωνικού σώματος πολιτικών που βρίσκονται  ακριβώς στον αντίποδα της πλήρους απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων που ακολουθεί η κυβέρνηση.
Η επισφαλής εργασία, η ατομικοποίηση της σχέσης εργασίας, η επιχειρηματικοποίηση της κοινωνικής ρύθμισης της εργασίας - και μάλιστα σε μια χώρα στην οποία η τεράστια πλειοψηφία δουλεύει σε επιχειρήσεις με λιγότερους από δέκα εργαζόμενους-, η κατεδάφιση της νομοθεσίας για την προστασία στο εργασιακό περιβάλλον, η αυξημένη δυσκολία (με τη νέα νομοθεσία) για τον εργαζόμενο να προσφύγει στην κανονική δικαιοσύνη αποτελούν τις υλικές ψηφίδες της διαδικασίας λεηλασίας της αξιοπρέπειας του/της εργαζόμενου/ης.

5.2.10  Κοινωνικό Κράτος

Τη διεκδίκηση ενός  νέου κοινωνικού  κράτους Ένα κοινωνικό κράτος δίκαιο: χωρίς ευνοημένους και αποκλεισμένους, χωρίς προνομιούχους και ξεχασμένους, χωρίς ευγενή και λαϊκά ταμεία, με ίσα κοινωνικά δικαιώματα για όλους. Ένα κοινωνικό κράτος αποτελεσματικό: που να μειώνει τη φτώχεια και να αναδιανέμει πόρους εκεί που υπάρχει ανάγκη, αντί να αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες. Ένα κοινωνικό κράτος βιώσιμο: χωρίς αλόγιστες σπατάλες, ώστε να έχουν και τα παιδιά μας.
Συγκεκριμένα μέτρα σε συγκεκριμένους τομείς:
-Η μεγάλη αύξηση της ανεργίας πλήττει δυσανάλογα τις παραγωγικές ηλικίες και τους «αρχηγούς νοικοκυριού». Το προνοιακό επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας έχει τόσο αυστηρές προϋποθέσεις που χορηγείται τελικά στο 0,5% των μακροχρόνια ανέργων, γιαυτό και είναι αναγκαία η κινητοποίηση του Υπουργείου Εργασίας, του ΟΑΕΔ και όλων των αρμόδιων φορέων για την επέκταση του επιδόματος αυτού στους μακροχρόνια ανέργους ανεξαρτήτως ηλικίας, καθώς και στους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας, αρκεί να πληρούν κάποιες λογικές προϋποθέσεις χαμηλού εισοδήματος.
φτώχεια των παιδιών είναι πιο διαβρωτική από τη φτώχεια των μεγάλων: φορτώνει τη ζωή τους με σωρευτικές μειονεξίες, σημαδεύει την υγεία τους, τις επιδόσεις τους στο σχολείο, μειώνει την πιθανότητά τους να σπουδάσουν, περιορίζει τις προοπτικές τους στην αγορά εργασίας. Γιαυτό και είναι αναγκαία η  σταδιακή αντικατάσταση των εντελών άνισων και πολυάριθμων οικογενειακών και πολυτεκνικών επιδομάτων από ένα ενιαίο επίδομα παιδιού, το οποίο θα καταβάλλεται από το πρώτο παιδί.
-Η στεγαστική πολιτική στη χώρα μας ευνοεί την ιδιόκτητη κατοικία. Το ίδιο και η φορολογική πολιτική. Σε συνθήκες μείωσης εισοδημάτων αλλά όχι ενοικίων, ο ρόλος των επιδομάτων κατοικίας μπορεί να είναι καθοριστικός για την καταπολέμηση της φτώχειας. Γιαυτό και απαιτείται ο  ανασχεδιασμός του επιδόματος ενοικίου σε μη ανταποδοτική βάση, ώστε να ωφελούνται και οι φτωχές οικογένειες που σήμερα δεν πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας του ΟΕΚ
-Η επιδοματική πολιτική για τα ΑμΕΑ είναι ένα από τα χειρότερα παραδείγματα του σημερινού συστήματος πελατειακών παροχών Δεκάδες επιδόματα, με πολύ μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, ακόμη και όταν πρόκειται για την ίδια αναπηρία (π.χ. επίδομα τυφλών εργαζομένων ή φοιτητών 310 ευρώ το μήνα, επίδομα τυφλών δικηγόρων ή επιστημόνων 609 ευρώ το μήνα). Γιαυτό και είναι δίκαιη  ενοποίησή τους σε ένα νέο επίδομα αναπηρίας, το ύψος του οποίου θα μεταβάλλεται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε μορφής αναπηρίας όχι ανάλογα με την ισχύ της κάθε ομάδας πίεσης.
-Το προηγούμενο σύστημα συντάξεων αναδιένεμε πόρους και δικαιώματα αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση: ευνοούσε τους πλούσιους σε βάρος των φτωχών, τους ελεύθερους επαγγελματίες σε βάρος των μισθωτών, τους εργαζόμενους του Δημοσίου σε βάρος των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, όσους ήταν κοντά στην ηλικία συνταξιοδότησης σε βάρος των νέων ασφαλισμένων – και κυρίως ευνοούσε τη σημερινή γενεά φορτώνοντας δυσβάστακτα βάρη στις επόμενες. Γιαυτό και είναι αναγκαία η ενοποίηση του συστήματος συντάξεων, πλήρη κατάργηση όλων των κοινωνικών πόρων, στήριξη του εισοδήματος όλων των ηλικιωμένων, ανεξαρτήτως ασφαλιστικού ταμείου ή επαγγελματικού κλάδου. Σε κάθε περίπτωση η βασική σύνταξη (που χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, σύμφωνα με τη νέα ασφαλιστική νομοθεσία) πρέπει να καταβάλλεται σε κάθε πολίτη που συμπληρώνει τα 65 έτη χωρίς άλλες προϋποθέσεις και με  πλήρη προστασία αυτών των συντάξεων από τον πληθωρισμό.
-Οι εισοδηματικές ενισχύσεις από μόνες τους δεν αρκούν. Για την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους πρόνοιας, οφείλουν να συνοδεύονται από ένα ολοκληρωμένο πλέγμα κοινωνικών υπηρεσιών. Γιαυτό και είναι αναγκαίο ένα πλήρες δίκτυο παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών σε κάθε δήμο της χώρας, διαθέσιμους σε όλες τις μητέρες που τους χρειάζονται Απαραίτητη και η διασφάλιση της αναβάθμισης των δομών προστασίας ηλικιωμένων και ατόμων με αναπηρίες καθώς και η  συστηματική υποστήριξη του προγράμματος «Βοήθεια στο σπίτι», βρεφονηπιακών  σταθμών, ΚΔΑΠ, ΚΔΑΠ ΑΜΕΑ).
-Κανένα σύστημα κοινωνικής προστασίας δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά ως δίχτυ ασφαλείας ενάντια στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό χωρίς ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, που να συνδυάζει την οικονομική ενίσχυση των ευπαθέστερων ομάδων του πληθυσμού με την κατάρτιση ατομικών σχεδίων δράσης με στόχο την επιστροφή στην απασχόληση και την κοινωνική επανένταξη των δικαιούχων. Είναι γνωστό ότι τέτοια προγράμματα εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο σε 23 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και σε τοπικό επίπεδο στις υπόλοιπες τρεις. Η πρόταση για  τον προσεκτικό σχεδιασμό και την σταδιακή εφαρμογή ενός προγράμματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε εύλογο χρονικό διάστημα είναι ξεκάθαρη.
-Η ιδιότητα του πολίτη πρέπει να εξασφαλίζει εγγυημένη πρόσβαση σε ένα σύνολο βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην υγεία, τη στέγαση και την παιδεία, ανεξαρτήτως του σε ποια επαγγελματική κατηγορία ανήκει κάποιος ή πόσα ένσημα έχει. Η επέκταση των δικαιωμάτων αυτών σε μετανάστες, οι οποίοι πληρούν ορισμένες βασικές προϋποθέσεις (όπως για παράδειγμα η μακρόχρονη διαμονή στη χώρα μας) θα μπορούσε να δράσει ανασταλτικά στον κοινωνικό αποκλεισμό που οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν. Ακόμη και σε μετανάστες χωρίς χαρτιά η παροχή επείγουσας κοινωνικής βοήθειας και υγειονομικής περίθαλψης είναι επιβεβλημένη, ως συμμόρφωση στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις κάθε κοινωνίας που θέλει να λέγεται πολιτισμένη, λόγω της απουσίας ενός στέρεου και αποτελεσματικού συστήματος για τη νομιμοποίησή τους

5.2.11   Το Σύστημα Υγείας

Την αλλαγή του βασικού προσανατολισμού στον τομέα της υγείας στην κατεύθυνση της πρόληψης και ανάπτυξης της πρωτοβάθμιας φροντίδας με ιδιαίτερη έμφαση στην αναμόρφωση του ΕΣΥ, στη δημιουργία ενός Ενιαίου Φορέα Υγείας, στη γενναία χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος υγείας.
Βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν το σύστημα της Υγείας:
- Ίση πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας για όλους τους κατοίκους αυτής της χώρας  με γνώμονα την κοινωνική ισότητα
-Αποτελεσματική διαχείριση των πόρων του συστήματος με στόχο την βέλτιστη παροχή υπηρεσιών
-Γεωγραφική ανακατανομή των μονάδων υγείας με στόχο την ευκολότερη πρόσβαση στους πολίτες-χρήστες.
Μείζον ζήτημα σήμερα αποτελεί  η αντιμετώπιση στη πράξη της σπατάλης και των εξωφρενικών δαπανών για προμήθειες υλικών και φαρμάκων. Η  αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας και της επιστήμης για την εξοικονόμηση πόρων και για την καλύτερη εξυπηρέτηση των χρηστών υγείας.
Τα θεραπευτικά πρωτόκολλα, η συνταγογράφηση δραστικής ουσίας, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, ο ηλεκτρονικός φάκελος ασθενούς, ο εξοπλισμός των Δημόσιων Νοσοκομείων με σύγχρονα, υψηλής τεχνολογίας μηχανήματα,  με διασφάλιση της καθημερινής και ολοήμερης λειτουργίας τους, είναι μερικά από τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν άμεσα.
Δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί οποιαδήποτε δημόσια πολιτική υγείας, χωρίς μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων, που να αντιτίθενται σθεναρά και έμπρακτα στην τάση εκμαυλισμού και διαφθοράς που επικρατεί στο χώρο. Γιαυτό και σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού απαιτείται επαναφορά της αξιοκρατίας με διαφανή κριτήρια καθώς και η συστηματική και στοχευμένη αντιμετώπιση της παρα-οικονομίας και της συναλλαγής στον ιατρικό χώρο.

5.2.12  Παιδεία

Την αποδοχή ότι βάση μιας νέας πορείας για την παιδεία είναι η αναγνώριση των αποτυχιών του συστήματος και των μέχρι τώρα μεταρρυθμίσεών του. Την απαίτηση για μια εκπαίδευση  που να αντιστοιχεί στις αυξημένες ανάγκες της εποχής,  των πολιτών και της χώρας.
Έχει έρθει η ώρα για μια συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία θα συντονίσει την πορεία της χώρας με τον ενιαίο ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο, θα επενδύσει  στη διαμόρφωση εγγράμματων και κριτικά σκεπτόμενων πολιτών, ανδρών και γυναικών, και ταυτόχρονα θα αποτελέσει πυλώνα υπέρβασης της τρέχουσας κρίσης.
Για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση απαιτείται: Η  ριζική αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών. Η εκ θεμελίων επανίδρυση της δευτεροβάθμιας τεχνικής εκπαίδευσης και την ανασυγκρότηση της μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Η αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ώστε να πάψει το Λύκειο να αποτελεί προθάλαμο των πανελλαδικών εξετάσεων και να αποκτήσει αυτόνομο εκπαιδευτικό ρόλο. Η στήριξη όλων των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που αποσκοπούν στη μείωση των ανισοτήτων και εμπλουτίζουν τη μαθησιακή διαδικασία (ενισχυτική διδασκαλία, πρόσθετη διδακτική στήριξη, τάξεις υποδοχής μεταναστών, ενίσχυση της ειδικής αγωγής, οργανωμένες πολιτιστικές δραστηριότητες και προγράμματα).
Το όλο μεταρρυθμιστικό εγχείρημα για να έχει αποτελέσματα χρειάζεται εκπαιδευτικούς που επιμορφώνονται διαρκώς, αξιολογούνται ουσιαστικά και διορίζονται (ΑΣΕΠ), αξιοποιούνται ή εξελίσσονται υπηρεσιακά με κανόνες διαφάνειας και αξιοκρατίας, χωρίς κομματικές, συνδικαλιστικές και συντεχνιακές διαμεσολαβήσεις.

Για την τριτοβάθμια εκπαίδευση η στόχευση  οφείλει να είναι τόσο η μαζική εκπαίδευση όσο και η αριστεία με βάση τα διεθνή κριτήρια αλλά και η επιβράβευση κάθε πρωτοβουλίας για εκπαιδευτική βελτίωση. Η ΔΗΜΑΡ συμμετέχει  στο διάλογο και συζητά τις προτάσεις της κυβέρνησης, της πανεπιστημιακής κοινότητας και των άλλων κομμάτων, διεκδικώντας τον σεβασμό του ουσιαστικού διαλόγου. Αφετηρία των επεξεργασιών και των διεκδικήσεών της είναι ότι το πανεπιστήμιο ανήκει στην κοινωνία. Ειδικότερα προτείνει:
Δημόσιο, μαζικό, αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο, που λογοδοτεί στην ελληνική κοινωνία. Η λογοδοσία πρέπει να γίνεται σε ανεξάρτητη αρχή και όλες οι διαδικασίες (διοικητικές-οικονομικές -εκπαιδευτικές- ερευνητικές) πρέπει να είναι πλήρως διαφανείς.
Προτεραιότητα στη μόρφωση των φοιτητών, την προαγωγή της έρευνας, τη σύνδεση των πανεπιστημίων με την κοινωνία και τη διεθνή πραγματικότητα. Η καλλιέργεια της έρευνας μπορεί να συμβάλει στην ανάταξη της ελληνικής κοινωνίας και στην ανάπτυξη της χώρας. Ο στόχος αυτός θα διευκολυνθεί από τον ενιαίο χώρο εκπαίδευσης και έρευνας.  Η αντίληψη του ενιαίου χώρου περιλαμβάνει:
- Ένα οικουμενικό πρότυπο παιδείας, που συνθέτει αρμονικά τη μεταβίβαση της εκάστοτε συσσωρευμένης γνώσης στις νέες γενιές με τη διεύρυνση των οριζόντων της γνώσης, μέσω της συνεχούς αναζήτησης, της αμφισβήτησης, της πειραματικής διαδικασίας και του έλλογου συνειρμού.
- Την οριζόντια διαμόρφωση ενός ενιαίου ερευνητικού χώρου που θα ενθαρρύνει την αλληλεπίδραση και τη συνέργεια μεταξύ ΑΕΙ, ΕΚ και του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού.
- Ειδικότερα για το τριτοβάθμιο σύστημα εκπαίδευσης και το αντίστοιχο της έρευνας, τη διαμόρφωση δύο λειτουργικά ισοτίμων και συμπληρωματικών συστημάτων, που το κάθε ένα διατηρεί τα δικά του, αυτόνομα χαρακτηριστικά.

Η διοίκηση των ιδρυμάτων, η οποία χαράσσει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική τους και εγγυάται τον ακαδημαϊκό και αυτόνομο χαρακτήρα τους,  πρέπει να είναι ισχυρή και ανεξάρτητη από ομάδες συμφερόντων μέσα και έξω από το πανεπιστήμιο. Η διοίκηση πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της πανεπιστημιακής κοινότητας και να διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση από αυτή.
Η οργάνωση των σπουδών θα πρέπει να επιτρέπει την κινητικότητα των φοιτητών και την επικοινωνία μεταξύ επιστημονικών πεδίων. Ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρξει ένα μόνο πρότυπο υποχρεωτικό για όλους, αλλά πρέπει να επιτρέπονται διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις γνωστικές περιοχές και τις ιδιαιτερότητες των ιδρυμάτων.
Η αξιολόγηση των ιδρυμάτων και των ακαδημαϊκών μονάδων, η οποία αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο για τη συνεχή βελτίωσή τους, δεν πρέπει να είναι μηχανική και να στηρίζεται μόνο σε βιβλιομετρικούς δείκτες και ποσοτικά στοιχεία. Πρέπει να γίνεται με γνώμονα ακαδημαϊκά κριτήρια  και ποιοτικούς στόχους που θα έχουν τεθεί.
Η επιβαλλόμενη σύνδεση με τον διεθνή χώρο δεν μπορεί να παραγνωρίζει τις ανάγκες της παραγωγής υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκού έργου στην ελληνική γλώσσα.
Συμβολή των Πανεπιστημίων στη συνεχιζόμενη επιμόρφωση του ευρύτερου κοινού με προγράμματα δια βίου μάθησης αλλά και άλλες δράσεις που θα ενισχύουν τους δεσμούς του με την κοινωνία.
Ενίσχυση του ρόλου και του ιδιαίτερου χαρακτήρα των τεχνολογικών ιδρυμάτων (ΤΕΙ) και η αξιοποίηση των αποφοίτων τους στην αγορά εργασίας με την ενδυνάμωση της σχέσης τεχνολογικής εκπαίδευσης και του παραγωγικού ιστού.
Το αίτημα για ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο» γύρω από την παιδεία, που θα στοχεύει στην υπεράσπιση της γνώσης ως αυταξίας και θα εξασφαλίζει μια μακροπρόθεσμη σχέση εμπιστοσύνης της παιδείας με την κοινωνία πρέπει να στηριχθεί από όλους τους κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς φορείς.  

5.2.13  Πολιτισμός

Τη βαθειά συνειδητοποίηση, πρώτα απ΄ όλα, ότι η κρίση διαπερνά και εμποτίζει καταλυτικά τον τομέα του Πολιτισμού.  Υπάρχει μια πολιτισμική και πολιτιστική έκπτωση, κυριαρχεί η προβολή συντηρητικών προτύπων, παράγονται και διαδίδονται ατομικιστικά πρότυπα, απαξιώνεται και εξορίζεται ο κριτικός στοχασμός.  Όλα αυτά συνδέονται, κατ’ εξοχή, με τον τρόπο που λειτουργεί η ιδιωτική τηλεόραση, που δημιουργεί συνθήκες χειραγώγησης, όπου οι ανθρώπινες και κοινωνικές συμπεριφορές και καταξιώσεις υποτάσσονται στην ευτέλεια του glamour.
Την ανάγκη να   κατακτήσει εκ νέου η Αριστερά, αυτόν το ζωτικό της χώρο με νέες προτάσεις, με νέο όραμα  στον οποίο χρόνια τώρα,  έχει χάσει την πολιτιστική ηγεμονία της. Πριν απ’ όλα, είναι σημαντική και κρίσιμη η απαγκίστρωση  από την συντεχνιακή, λαϊκιστική και αγοραία αντίληψη, που εξαντλεί την καλλιτεχνική δημιουργία, στην διεκδίκηση μόνο της κρατικής προστασίας.
Η τέχνη και η δημιουργία δεν εξασφαλίζονται μόνο από τις κρατικές επιδοτήσεις. Η συμβολή του κράτους και της πολιτείας είναι αναγκαία γιατί οικοδομούν ένα ελάχιστο επίπεδο επιβίωσης των καλλιτεχνών και δημιουργών. Αλλά το σημαντικό είναι οι προσβάσεις επικοινωνίας, ζύμωσης και διαλόγου ανάμεσα στην κοινωνία και τους δημιουργούς. Στον τομέα αυτόν μια σύγχρονη Αριστερά έχει να παίξει γόνιμο ρόλο, πάντα στην κατεύθυνση της ανθρώπινης χειραφέτησης και βέβαια χωρίς καμιά υστερόβουλη σκοπιμότητα. 
Η Αριστερά πρέπει να σταθεί δίπλα στην ανησυχία, την αγωνία και τον μόχθο των καλλιτεχνών και των δημιουργών, να διευρύνει τα στοιχεία της επικοινωνίας και του διαλόγου μαζί τους. Οι κινηματογραφικές λέσχες, οι λέσχες ανάγνωσης, οι μουσικοί όμιλοι, όλες οι μορφές και οι εκφράσεις της ανθρώπινης δημιουργικότητας είναι πεδία όπου η συμβολή της Αριστεράς και των Αριστερών είναι καθοριστική.

Κατά γενική ομολογία, ένας, για πολλούς ο σημαντικότερος, παράγοντας, της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής έκπτωσης που διαπερνάει σήμερα την χώρα μας, οφείλεται στον τρόπο λειτουργίας των Μαζικών Μέσων Ενημέρωσης, ιδιαίτερα της ιδιωτικής τηλεόρασης. Για είκοσι και πλέον χρόνια, η ιδιωτική τηλεόραση λειτουργεί χωρίς θεσμικό πλαίσιο, σε καθεστώς οριακής νομιμότητας παρ’ ότι χρησιμοποιεί δημόσιες συχνότητες, γεγονός που θα επέβαλε να θεσπιστεί, όπως και σε άλλες χώρες, ένα διαφορετικό πλαίσιο λειτουργίας που να διασφαλίζει το δημοκρατικό διάλογο και την πολυφωνία. Το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο δεν έχει την δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης στις  αυθαιρεσίες και τις βαρβαρότητες που, καθημερινά εκπέμπονται από τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Το ΕΣΡ παρεμβαίνει, με μάλλον ηθικολογικό χαρακτήρα, εκ των υστέρων και ο θεσμικός ρόλος του, είναι ανάγκη να αναθεωρηθεί, έπειτα από έναν ειλικρινή και γενναίο διάλογο. Οι νέες εξελίξεις που έρχονται, αν δεν ήρθαν, με την ανάπτυξη της ψηφιακής πλατφόρμας και την διεύρυνση του διαδικτύου, πρέπει να λειτουργήσουν με θεσμικό κοινωνικό και πολιτικό έλεγχο και να μην επαναληφθούν τα φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς, όπως συνέβη με την αναλογική τηλεόραση.
Ένας από τους λόγους της χυδαίας υπερτροφίας των ιδιωτικών ΜΜΕ, οφείλεται στην εγκατάλειψη της ΕΡΤ και στην έλλειψη στρατηγικού σχεδίου για τον ρόλο της δημόσιας τηλεόρασης. Η ΕΡΤ είναι ένα από τα κορυφαία παραδείγματα πελατειακής σχέσης με τους κομματικούς μηχανισμούς. Ο κρίσιμος ρόλος στην συγκρότηση ενός μαζικού και δυναμικού πολιτιστικού προϊόντος, είναι επείγουσα ανάγκη να επανεξετασθεί

5.2.14  Νέες Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας

Τις πολιτικές και προγράμματα στον τομέα των  τεχνολογιών  πληροφορίας και επικοινωνίας, με  συνεργασία δηµόσιου  και ιδιωτικού τομέα, και  αφού ξεπεραστούν οι  σοβαρότατες καθυστερήσεις που έχουν σημειωθεί, με ευθύνη των κυβερνήσεων Ν.Δ.- ΠΑΣΟΚ. Αυτές οι πολιτικές και τα προγράμματα  θα στοχεύουν:
- Στη άμεση  ανάπτυξη πληροφορικών συστημάτων σε κάθε αρμό του κράτους και των υπηρεσιών του, από το πολυσυζητημένο και ποτέ υλοποιημένο διπλογραφικό σύστημα έως την διαφάνεια και την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και τη δημοκρατία της κοινωνίας των πολιτών. Πρέπει ν΄ αντιμετωπιστούν οι παθογένειες που εμφανίζονται στους διαγωνισμούς και την παραλαβή των έργων από τα αντίστοιχα υπουργεία καθώς και  απόλυτη ανάγκη  να υπάρξει  βελτίωση των υπηρεσιών προς τον πολίτη και τις επιχειρήσεις.
-Στην εφαρμογή τεχνολογιών τηλεπληροφορικής για τη αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας που προσφέρουν διάγνωση και παρακολούθηση από απόσταση στους πολίτες.
-Στο έλεγχο και τη διαχείριση του  περιβάλλοντος
-Στο έλεγχο και τη διαχείριση των μεταφορών και της υποδομής των αυτοκινητόδρομων.
-Στο εκπαιδευτικό σύστημα και τη έρευνα με προσαρμογή της εκπαιδευτικής διαδικασίας και των εργαλείων διδασκαλίας ( από απόσταση διδασκαλία, ηλεκτρονικοί διαδραστικοί πίνακες, χρήση ηλεκτρικού υπολογιστή  για κάθε μαθητή).
-Στη διάχυση της τηλεπληροφορικής σε όλους τους τομείς της οικονομίας αφού διαμορφώνει, αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, οικονομική ανάπτυξη  με τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων και τη ανάπτυξη νέων οικονομικών κλάδων με νέες θέσεις εργασίας, βελτίωση και προσαρμογή των δεξιοτήτων του ανθρώπινου  δυναµικού  στις νέες ανάγκες της αγοράς εργασίας, ανάπτυξη νέων µορφών εργασίας όπως η  τηλε-εργασία.
-Στη ανάδειξη της πολιτισμικού υπόβαθρου της χώρας, µε τεκμηρίωση, ανάδειξη και προβολή των συμβολών του στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, με προστασία της ελληνικής γλώσσας και την επαφή µε την οµογένεια.
-Στην αξιοποίηση νέων τεχνολογιών στα μέσα μαζικής επικοινωνίας (κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο, διασφάλιση πολυφωνίας και ελεύθερης έκφρασης). Ανάπτυξη της εθνικής υποδομής επικοινωνιών (πρωτοβουλίες αναπτυξιακού χαρακτήρα, εξορθολογισμός της αγοράς των τηλεπικοινωνιών, καθολική υπηρεσία).
-στην προστασία της ελευθερίας συμμετοχής και έκφρασης και διακίνησης της πληροφορίας στο διαδίκτυο, με διασφάλιση των          δικαιωμάτων του πολίτη και του καταναλωτή,  με διαφύλαξη των συνθηκών ανταγωνισμού, με  δημοκρατικό έλεγχο στην ψηφιακή εποχή.

Η συνολική στρατηγική για την Κοινωνία της Πληροφορίας πρέπει να στηρίζεται σε βασικές αρχές: όπως, ίσες ευκαιρίες και πρόσβαση για όλους, δηµιουργία περιβάλλοντος για την ανάπτυξη της καινοτοµίας και την άνθηση επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, διαφύλαξη ατοµικών ελευθεριών και λειτουργία των δηµοκρατικών θεσµών.
Η Κοινωνία της Πληροφορίας που διαµορφώνεται  στη χώρα μας πρέπει να  είναι µια κοινωνία για όλους, χωρίς διακρίσεις σε πληροφοριακά έχοντες και µη-έχοντες όπου διαφυλάσσονται τα δικαιώµατα του πολίτη καθώς και η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.

6         Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


1. Η ΔΗΜΑΡ απευθυνόμενη στους προοδευτικούς και αριστερούς πολίτες της χώρας μας, πρωτίστως στις νέες και τους νέους, ζητώντας την ενεργό στήριξη, τη συμπόρευση και τη συμμετοχή τους στο εγχείρημά της, πρώτα απ΄ όλα, στέκεται  αυτοκριτικά και αναστοχαστικά σε σχέση με τη πορεία και δράση, τις αδυναμίες μελών και στελεχών της μέσα από τη διαδρομή και κεντρική τους ευθύνη για τα εγχειρήματα των προηγούμενων κομματικών σχηματισμών της Αριστεράς..
Η ΔΗΜΑΡ  δεν θέλει να παραβλέψει το γεγονός ότι η Αριστερά των μεγάλων και συνολικών διεκδικήσεων, η αριστερά οραματιστής και δημιουργός μιας άλλης κοινωνίας, η «Αριστερά της θυσίας» διολίσθησε συχνά, καθ΄ όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, σε συνδικαλιστικό εργαλείο οικονομικής διεκδίκησης, στην Αριστερά του συντεχνιασμού και του ατομικισμού. Ευνοήθηκαν και επιδοτήθηκαν συμπεριφορές που δεν αποδέχονταν την νομιμότητα, την ισότητα των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων και τις δομές του Κράτους ως χώρους οικοδόμησης ηγεμονίας για την έκφραση του δημόσιου συμφέροντος.
Η ΔΗΜΑΡ δεν μπορεί  και δεν θέλει να αγνοεί ότι η Αριστερά κινήθηκε με τις παραδοσιακές κομματικές περιχαρακώσεις. Στη χώρα μας εκφωνούνται κομματικοί μονόλογοι χωρίς τις ελάχιστες συναινέσεις, ούτε ακόμα και για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. 
Η ΔΗΜΑΡ δεν θέλει να παραβλέψει ότι συχνά η Αριστερά πορεύτηκε με το φορμαλισμό της «ψήφου διαμαρτυρίας» ως μια δυνατότητα πολιτικής δράσης και όχι ως μια θετική πρόταση διεξόδου. Όπως και ότι συχνά αναπαρήγε πρακτικές του παραδοσιακού κομματικού συστήματος και των κομματικών προτεραιοτήτων σε κρίσιμους κοινωνικούς χώρους, όπως η αυτοδιοίκηση και τα συνδικάτα. Ως νέο κόμμα της Αριστεράς που έρχεται όμως από μακριά και πάει μακριά, δεσμεύεται, παράλληλα με τη διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής και υπεύθυνης πρότασης εξόδου από την κρίση, να ενισχύσει μεθόδους και πρακτικές που θα φέρνουν την «πολιτική στους πολίτες» και τους «πολίτες στην πολιτική». Να αφήσει πίσω του την Ελλάδα της χρεοκοπίας και της παρακμής. Να αναδεχθεί ως η Αριστερά της δημιουργίας, της κριτικής σκέψης και της πολιτιστικής αναγέννησης.

2. Γιαυτό και η ΔΗΜΑΡ καλεί όλους και όλες τους προοδευτικούς και αριστερούς πολίτες να κινηθούν ξανά στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής για:
-Να γείρουν την πλάστιγγα και τις μεσοπρόθεσμες εξελίξεις υπέρ των εργαζομένων, γυναικών και ανδρών, των ανθρώπων της δημιουργίας, των νέων, επιβάλλοντας νέες ρυθμίσεις και θεσμούς στη θέση των προνομίων και διευκολύνσεων του πελατειακού κράτους.
-Να πρωτοστατήσουν στους αγώνες για διαφορετικές πολιτικές, για να αλλάξουν ριζικά τα κυβερνητικά μέτρα με στόχους τη δίκαιη κατανομή βαρών, την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων της ελληνικής διοίκησης, την υλοποίηση νέου αναπτυξιακού προτύπου, την πράσινη- οικολογική ανασυγκρότηση της οικονομίας.
-Να αποκρούσουν κάθε εκδήλωση ρατσισμού στηρίζοντας χωρίς όρους και προϋποθέσεις τα δικαιώματα του ανθρώπου, πρωτίστως του ανίσχυρου κοινωνικά και πολιτικά μετανάστη και μετανάστριας, των βασανισμένων συνανθρώπων μας που έχουν ανάγκη και δικαιούνται το άσυλο μιας δημοκρατικής χώρας.
-Να στηρίξουν πολλαπλά τις πρωτοβουλίες, οργανώσεις και κινήσεις κοινωνικής αλληλεγγύης.

 Η ΔΗΜΑΡ καλεί όσες αριστερές δυνάμεις θέλουν να επιτελέσουν τον ιστορικό τους ρόλο να υιοθετήσουν πολιτικές πλατιών συγκλίσεων κοινωνικών και πολιτικών, ιδιαίτερα με τον οικολογικό και το σοσιαλιστικό χώρο, και να δώσουν τη μάχη των πειστικών, εναλλακτικών, υπεύθυνων προγραμματικών προτάσεων για την πορεία της χώρας, τις αλλαγές στο κράτος και την οικονομία, για τη δημοκρατική ευρωπαϊκή προοπτική.
Αυτό θεωρεί ότι πρέπει να είναι και το περιεχόμενο της παρέμβασης στην αυτοδιοίκηση, της συνάντησης με τα κινήματα, της συνεργασίας με τις κοινωνικές οργανώσεις, ιδιαίτερα τις συνδικαλιστικές, που σήμερα καλούνται να σηκώσουν με ενωτικούς αγώνες –και όχι αγώνες που διχάζουν- το μεγαλύτερο βάρος της υπεράσπισης των εργαζομένων, των ανέργων  και των συνταξιούχων.

Η ΔΗΜΑΡ είναι  υπέρ της ενότητας και όχι της διάσπασης των συνδικάτων που προωθούν ο δογματικός και ο αριστερίστικος λαϊκισμός. Αλλιώς η όποια επαναστατικότητα εξαντλείται στα λόγια και τις καταγγελίες, δεν μορφοποιείται σε δύναμη αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων.

7         ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΓΚΛΙΣΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ


Η αποχή των πολιτών στις αυτοδιοικητικές εκλογές ήταν τεράστια και μαρτυρά τη βαθειά κρίση του πολιτικού συστήματος. Συνιστά αποδοκιμασία στα αναχρονιστικά πρότυπα άσκησης και διαχείρισης της πολιτικής των πολιτικών δυνάμεων και πρωταρχικά των δυνάμεων του δικομματισμού, οι οποίες κατέγραψαν το μικρότερο εκλογικό ποσοστό. Η αποχή είναι έκφραση της κρίσης αντιπροσώπευσης που καταγράφεται όλη την τελευταία περίοδο.

Η ΔΗΜΑΡ ασκεί προγραμματική αντιπολίτευση και είναι σταθερά αντίθετη στο δικομματικό σύστημα. Δεν επενδύει στα αδιέξοδα.
 Στόχος της είναι να ετοιμάζει την επόμενη μέρα. Να διαμορφωθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις σε επίπεδο προγραμματικών θέσεων, πολιτικών προτάσεων, φερεγγυότητας προσώπων, για την υλοποίηση μιας εναλλακτικής προοπτικής προοδευτικής διακυβέρνησης μέσα από τη σύγκλιση ευρύτατων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Για τη δημιουργία ενός συνασπισμού δυνάμεων στρατευμένων στην υπόθεση της δημοκρατικής ανασυγκρότησης της Ελλάδας μέσα από βαθιές μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.
 Αυτή η ευρεία συμπαράταξη δυνάμεων στο πολιτικό πεδίο πρέπει να  περιλαμβάνει τους χώρους της δημοκρατικής αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας και της σοσιαλδημοκρατίας, παραμένοντας ανοικτός σε κάθε άλλη δύναμη της αριστεράς, που καταλήγει σε θέσεις συμβατές  με το σχέδιο αυτό. 
Σήμερα, αυτή η προοπτική δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη σε επίπεδο κορυφής και  οργανωμένων πολιτικών σχηματισμών, με δεδομένη την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική.
Η πραγματικότητα αυτή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να οδηγεί σε αδράνεια και απραξία. Η ΔΗΜΑΡ θα εργαστεί για την ανάδειξη αυτής της προοπτικής.
Σήμερα  προοδευτικοί πολίτες, πολίτες στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς και της οικολογίας καθώς και αριστεροί  και κεντροαριστεροί, που επένδυσαν με την ψήφο τους αλλά και τη στράτευσή τους στο ΠΑΣΟΚ, αναζητούν διέξοδο   από την κρίση και άλλες πολιτικές που θα προωθούν ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης, που θα σέβεται το περιβάλλον και θα υπερασπίζεται τα κοινωνικά δικαιώματα. Η  ΔΗΜΑΡ θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να κτίζονται,  περισσότερο από άλλες φορές,  γέφυρες διαλόγου και κοινής δράσης με τον κόσμο αυτόν. Έτσι προσβλέπει στην οικοδόμηση ενός πλατιού προοδευτικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία ικανού να εμπνεύσει κοινωνικές και κυρίως πολιτικές συμμαχίες με δυνατότητες να συμβάλουν στη συγκρότηση  πλειοψηφίας και προοδευτικής διακυβέρνησης του τόπου.
Η ΔΗΜΑΡ στην κατεύθυνση αυτή προωθεί μια ευρύτατη ανοικτή πρόταση διαλόγου και συνεργασίας και συμπόρευσης  μέσα στα κινήματα, στα αυτοδιοικητικά σχήματα, στις κινήσεις πολιτών, στη βάση  πρώτα απ΄ όλα της εγγύτητας προγραμματικών στοχεύσεων και προοπτικής προς το  χώρο της πολιτικής οικολογίας, αλλά και σε ανέντακτους πολίτες ή και σε δυνάμεις που προέρχονται από το σοσιαλιστικό χώρο, που θα μπορεί να προχωρήσει παραπέρα  και σε  προγραμματικές αναζητήσεις και σε κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες και δράσεις.


8         Η ΔΗΜΑΡ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ


1. Στον ένατο μήνα από την ίδρυσή της η ΔΗΜΑΡ θα πραγματοποιήσει το 1ο Συνέδριό της. Οι εννέα αυτοί μήνες αποτελούν ένα μεγάλο οδοιπορικό σύστασης, συγκρότησης και ανάπτυξης ενός κόμματος σε συνθήκες κρίσης και μεγάλης οικονομικής «στενότητας» των πολιτών, κρίσιμων πολιτικών διακυβευμάτων και μιας μεγάλης αυτοδιοικητικής εκλογικής μάχης σε κλίμα οξύτατης πόλωσης.
Τους  μήνες αυτούς, δύο εκ των οποίων είναι το «ελληνικό καλοκαίρι», τα μέλη και τα στελέχη της ΔΗΜΑΡ  απευθύνθηκαν και συναντήθηκαν με εκατοντάδες προοδευτικούς και αριστερούς πολίτες, με ιδιαίτερη προσπάθεια  στις νέες και τους νέους, καλώντας τους σε συνάντηση και πύκνωση των  γραμμών  για την  στελέχωση από κοινού της ΔΗΜΑΡ.
Η πανελλαδική προσπάθεια για την κομματική συγκρότηση, όπως και η οικονομική εξόρμηση προς τα μέλη και κυρίως τους φίλους, μοναδικούς χρηματοδότες και υποστηρικτές αυτού του  εγχειρήματος, απέδωσε σημαντικούς καρπούς.

2. Η ΔΗΜΑΡ βαδίζει στο 1ο Συνέδριο έχοντας στις γραμμές ….μέλη. Σε  … οργανώσεις, με συγκροτημένα περιφερειακά όργανα. Με ένα μεγάλο εύρος θεματικών Επιτροπών επεξεργασίας πολιτικών θέσεων και στήριξης της κοινοβουλευτικής δουλειάς.  Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής υπήρχε καθημερινή παρέμβαση και διατυπώθηκαν προτάσεις που κάλυπταν το σύνολο των πολιτικών, κοινωνικών πολιτιστικών και οικολογικών ζητημάτων που είδαν το φως της επικαιρότητας.  Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει τόσο για την παρουσία στη ΔΕΘ με τη συνέντευξη τύπου, όσο και στην Πολιτική Συγκέντρωση στις 20/12/10 στο Θέατρο Γκλόρια όπου ο πρόεδρος του κόμματος παρουσίασε τις  «28 προτάσεις –συμβολή της ΔΗΜΑΡ για διέξοδο από την οικονομική κρίση με όρθια την κοινωνία». Εκεί όμως που η ΔΗΜΑΡ υπερέβαλε τις δυνατότητες ενός νεοπαγούς κόμματος  τεσσάρων μηνών ήταν στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Τόσο με την πρωτοβουλία υπόδειξης και στήριξης προσώπων που θα είχαν τη δυνατότητα να φέρουν την αλλαγή  μετά από πολλά χρόνια συντηρητικής διοίκησης στους μεγαλύτερους δήμους της χώρας, όσο και με την ανάδειξη πολύ ισχυρών ερεισμάτων από δημάρχους, συμβούλους και αυτοδιοικητικές ομάδες σε ολόκληρη την επικράτεια. 

3. Η ΔΗΜΑΡ φιλοδοξεί, διεκδικώντας την αυτοτελή δυναμική της και τη διακριτή παρουσία της ως υπαρκτό και δοκιμασμένο νεωτερικό ρεύμα ιδεών στην ελληνική κοινωνία, να διαμορφώσει ένα νέο κόμμα, βαθύτατα δημοκρατικό, που θα μπορέσει να υπερβεί τους γνωστούς τύπους των συγκεντρωτικών, γραφειοκρατικών και αρχηγικών κομμάτων, των κομμάτων εκλογικής πελατείας.
Στόχος της είναι ο πολίτης-μέλος, ο φίλος-ψηφοφόρος αλλά και ο ενδιαφερόμενος «συνομιλητής» του κόμματος να αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά και να συμβάλλει συνειδητά στην επεξεργασία και την προώθηση των σκοπών και της πολιτικής του κόμματος. Η λήψη των αποφάσεων με δημοκρατικό τρόπο και με  την ουσιαστική συμμετοχή των μελών και φίλων, η εκλογή της ηγεσίας με τρόπο που να μην επιτρέπει τη διαμόρφωση προσωποπαγούς κατάστασης, η ελεύθερη δικτυακή οργάνωση ώστε να υπάρχει υποβοήθηση της συμμετοχής, η καθιέρωση της άμεσης πληροφόρησης με χρήση όλων των τεχνολογικών μέσων, η σαφής δυνατότητα συμβολής των συμμετεχόντων στη φυσιογνωμία και τις θέσεις που θα λαμβάνει το κόμμα κατά χώρο αλλά και κεντρικά, η καθιέρωση της συμμετοχής των φίλων στη λήψη των αποφάσεων σε ζητήματα που θα ορίζονται τακτικά, δηλαδή ένα ανοικτό διαρκές βήμα διαλόγου, αποτελούν μερικές από τις αρχές λειτουργίας.  Αυτές οι λειτουργίες   από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης εξαγγέλθηκαν, έγιναν καθημερινή πρακτική, παρουσιάζοντας και δυσκολίες και κενά στην εφαρμογή ως νέες  και πρωτόγνωρες κομματικές συμπεριφορές, και θα καθιερωθούν   με τις καταστατικές αρχές που θα εγκριθούν στο 1ο Συνέδριο.
Η ΔΗΜΑΡ, στηριγμένη στις αρχές της δημοκρατίας, της διαφάνειας, της πολυφωνίας και της αποτελεσματικότητας, συνδυάζοντας τη συλλογικότητα με την ατομική ευθύνη στη λειτουργία και τη δράση, διεκδικεί να κερδίζει ένα μεγάλο στοίχημα με τους πολίτες που συμμετέχουν ή την  παρακολουθούν: να επιβεβαιώνει καθημερινά την αντιστοιχία της με τα οράματα που επαγγέλλεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου